ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Τζέννυ Ερπενμπεκ: Υπάρχει πάντα μια άλλη αλήθεια

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα των πολιτικών αποφάσεων είναι ότι δεν είναι ορατοί οι άνθρωποι. Η λογοτεχνία κάνει ορατούς όσους αποσιωπούνται από την Ιστορία», λέει η Τζέννυ Ερπενμπεκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μέσα στο καλοκαίρι, ημέρες πριν ξεσπάσει η πυρκαγιά που έκαψε την Αττική, επισκέφθηκε τη χώρα μας η βραβευμένη Γερμανίδα συγγραφέας Τζέννυ Ερπενμπεκ (Jenny Erpenbeck) για την κυκλοφορία του βιβλίου της «Η συντέλεια του κόσμου» (εκδόσεις Καστανιώτη). Συναντηθήκαμε στο κέντρο της Αθήνας μαζί με τον μεταφραστή της Αλέξανδρο Κυπριώτη, που συνέβαλε στη διερμηνεία της συνέντευξης από τα ελληνικά στα γερμανικά και αντιστρόφως. Η γοητευτική Ερπενμπεκ μίλησε με την έξαψη μικρού παιδιού και τη σοφία του ώριμου ανθρώπου για το βιβλίο της, τη συγγραφή, τη σχέση της με τη Γερμανία, αδημονώντας να επισκεφθεί για ακόμα μία φορά την Ακρόπολη μετά το τέλος της συζήτησής μας.

– Γιατί διαλέξατε τίτλο για το βιβλίο σας «Η συντέλεια του κόσμου»;
– Συνηθίζουμε να λέμε στα γερμανικά για κάτι που συμβαίνει ότι «δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου» και μου άρεσε να κρατήσω το μισό από αυτή την έκφραση. Αλλωστε, νομίζω ότι σε όλες τις γλώσσες βγάζει νόημα αυτή η φράση.

– Εχω την αίσθηση ότι το βιβλίο το αφιερώνετε με κάποιον τρόπο στη γιαγιά σας. Ή μπορεί η γιαγιά σας να ήταν πηγή έμπνευσης για αυτό το βιβλίο;
– (Γελάει.) Στην πραγματικότητα, όχι. Ουσιαστικά εμπνεύστηκα από τους τόπους που έζησε η γιαγιά μου, αλλά μέσα εκεί τοποθέτησα το δικό μου υλικό, που αφορά το πώς διαχειρίστηκα όλα αυτά τα χρόνια την απώλεια, το πένθος και τη θλίψη. Αυτό που με ενδιέφερε σε αυτό το βιβλίο είναι η ταυτότητα του ανθρώπου, ποιος είναι κάποιος και πώς ο θάνατος αλλάζει τον τρόπο που τον βλέπουμε ή και τη ζωή που έζησε.

– Σας καθόρισε η απώλεια της μητέρας και της γιαγιάς σας...
– Ο θάνατος μπήκε νωρίς στη ζωή μου. Εχασα νωρίς την προγιαγιά μου, τη γιαγιά μου, τη μητέρα μου, και πάντα ύστερα από κάθε απώλεια βίωνα ισχυρή προσωπική κρίση. Μέχρι τα 30 μου έτη ήταν κάπως έτσι η ζωή μου. Στα μέσα της δεκαετίας των 30 μου χρόνων το πρώτο χαρούμενο γεγονός που βίωσα ήταν ένας γάμος στην εκκλησία. Φυσικά δεν ήταν ο δικός μου γάμος.

– Στη «Συντέλεια του κόσμου» η έντονη και σημαδιακή σχέση εκτυλίσσεται ανάμεσα στην κόρη, στη μητέρα και στη γιαγιά. Σχέσεις γυναικών. Πώς διαπλάθεται ένα κορίτσι;
– Εχω πολύ καλή σχέση με τον πατέρα μου, αλλά μεγάλωσα με τη μητέρα μου και τη γιαγιά μου. Αυτές ήταν η καθημερινότητά μου. Στη ζωή μου οι γυναίκες ήταν οι σημαντικές. Μεγάλωνα με τρεις γενιές γυναικών, και ο πατέρας μου ερχόταν καθημερινές επισκέψεις και με έβλεπε. Στην οικογένειά μου οι άνδρες ήταν τριών ειδών. Ή δούλευαν πολύ και έλειπαν ή είχαν πεθάνει ή τους είχαν διώξει οι γυναίκες τους από το σπίτι, όπως έκανε η μητέρα μου τον πατέρα μου.

– Γράφετε κάπου ότι η γιαγιά σας ήταν Εβραία που βρέθηκε από τύχη στη Μόσχα την κατάλληλη στιγμή και για αυτό σώθηκε. Ολο το βιβλίο είναι αυτό το «εάν και εφόσον» του ίδιου προσώπου. Τι θα είχε συμβεί στον ίδιο άνθρωπο αν επέλεγε κάτι άλλο για τη ζωή του; Σας απασχολεί αυτό και στη δική σας ζωή;
– Φυσικά δεν έχουν όλοι επιλογές στη ζωή τους. Οι περισσότεροι προσπαθούν να επιλέξουν αυτό που θα τους βοηθήσει να επιβιώσουν. Κάποιοι έχουν περισσότερη τύχη από άλλους, κάποιοι γεννιούνται με ένα χάρισμα σε σχέση με αυτό. Γενικά όμως στη ζωή μερικά πράγματα εξαρτώνται από συνθήκες που δεν μπορείς να καθορίσεις, όπως το πού γεννήθηκες, εάν έχεις σπίτι, εάν μπορείς να συνεχίσεις να ζεις εκεί όπου γεννήθηκες, σε ποια χρονική στιγμή, ακόμα και εάν έχεις το σωστό διαβατήριο για να φύγεις από τη χώρα σου ή για να πας εκεί όπου θέλεις. Ενα άλλο σημαντικό γεγονός που προκύπτει από την οικογένεια είναι το εάν σου έχουν μάθει να επιλέγεις. Επειδή αναφέρατε τη γιαγιά μου, είχε την τύχη να επιβιώσει από την εποχή του Στάλιν, στην Ανατολική Γερμανία ήταν διάσημη ηθοποιός και ήταν η πρώτη ντάμα στο θέατρο, πρωταγωνίστρια σε πολύ σημαντικά έργα. Ηταν κομμουνίστρια και αντιφασίστρια και ο λόγος της είχε δύναμη, με μια ομπρέλα ανά χείρας μαχόταν ενάντια στον φασισμό. Ηταν πολύ αγαπητή, όμως, και όταν αντιμετώπιζε προβλήματα τηλεφωνούσε απευθείας στον υπουργό στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας και έκανε τα παράπονά της. Ηταν πολύ αγωνιστική, κάτι που με έφερνε σε δύσκολη θέση όταν ήμουν μικρή. Αλλά έμαθα ότι μπορώ να ζω έτσι τη ζωή μου, να είμαι μαχητική. Και αυτό ήταν κάτι που μου έμαθαν. Οι γυναίκες στην οικογένειά μου ήταν καλές στο να επιβιώνουν.


Σκηνή από την ταινία «Αντίο, Λένιν» (2003), που διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία, κατά το δραματικό πέρασμα από τον κομμουνισμό του Χόνεγκερ στην ενοποίηση με τη Δυτική Γερμανία.

– Μεγαλώσατε σε μια οικογένεια καλλιτεχνών, διανοουμένων. Ποια ήταν η αίσθηση για ένα παιδί;
– Το σημαντικό είναι ότι μεγάλωσα σε καλή, αγαπημένη οικογένεια. Μου έδιναν πολλά ερεθίσματα να αναπτύξω τη σκέψη και τη φαντασία μου. Το καλό ήταν ότι η τέχνη συνδεόταν με το παιχνίδι και όλα φαίνονταν απλά. Το λέω αυτό γιατί δεν είναι αυτονόητο. Εχω φίλους που επίσης μεγάλωσαν σε οικογένειες καλλιτεχνών και είχαν πολύ δύσκολη παιδική ηλικία. Οι καλλιτέχνες δεν είναι απαραίτητα καλοί άνθρωποι. Είναι δύσκολοι. Νομίζω ότι αυτό είναι το σημαντικό να μεγαλώνεις με καλούς ανθρώπους και μετά αν είναι και καλλιτέχνες ακόμα καλύτερα.

– Ποια ήταν τα αγαπημένα παιδικά παιχνίδια σας;
– (Γελάει.) Είχα μια αγαπημένη αφρικανική κούκλα. Το αστείο είναι ότι συνδέεται με το επόμενο βιβλίο μου. Επίσης, με πήγαινε ο πατέρας μου στα μέρη όπου πετούσαν πράγματα από τα σπίτια τους και βρίσκαμε καναπέδες και εκεί με άφηνε να πηδάω και να παίζω. Επαιζα και με lego. Αλλά η πιο αγαπημένη παιδική συνήθειά μου ήταν το διάβασμα. Επίσης είχα βιβλία με λέξεις για παιδιά και έπαιζα με λέξεις στο μυαλό μου. Οι δικοί μου ήταν ήσυχοι ότι καθόμουν με τις ώρες σε μια γωνία και διάβαζα. Το δικό μου τάμπλετ ήταν τα βιβλία.

– Μιλάτε συχνά για το πόσο έχει αλλάξει η Γερμανία.
– Ναι, μόνον η γλώσσα έχει παραμείνει η ίδια. Αν και έχουν χαθεί μερικές λέξεις που χρησιμοποιούσαμε στην Ανατολική Γερμανία και μαζί με αυτές και ο κόσμος που περιέγραφαν. Πάντα υπάρχει αυτό το αθέατο σύνορο ανάμεσα στους δύο κόσμους της Γερμανίας. Ολοι θυμούνται την αδικία του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας, δεν ήταν όμως μόνον έτσι η ζωή για όλους εμάς που ζήσαμε εκεί. Υπάρχει πάντα και μιαν άλλη αλήθεια δίπλα σε αυτή που λέγεται. Υπήρχε και η παιδική ηλικία μου που ήταν καλή. Αλλά αυτό δεν επιτρέπεται να το λέμε. Οτι πάντα υπάρχουν δύο παράλληλες πραγματικότητες και στο καλό και στο κακό.

– Τα τραύματα επουλώνονται ποτέ τελείως; Επιτυγχάνεται πλήρως η ενοποίηση;
– Συλλέγω στατιστικές που βγαίνουν στη χώρα και φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν έχει πετύχει πλήρως η ενοποίηση, και φαίνεται από τον τρόπο που διατηρείται σε τομείς ξεκάθαρα η διαφορετικότητα. Στην Ιστορία τα τραύματα ποτέ δεν επουλώνονται. Διατηρείται ακόμα το αίσθημα της αδικίας. Οι κάτοικοι της Ανατολικής Γερμανίας ποτέ δεν έτυχαν ίσης υποδοχής και μεταχείρισης. Και τώρα όλοι αυτοί αντιμετωπίζουν την εξουσία με λάθος τρόπο. Από εσφαλμένη αντίδραση ψηφίζουν λάθος, όπως, για παράδειγμα, στο θέμα των προσφύγων. Χτίστηκε το Τείχος, γκρεμίστηκε το Τείχος, αλλά ο χρόνος επούλωσης στις γενιές και στις ψυχές είναι διαφορετικός από τον ιστορικό χρόνο. Πρέπει να πάψουμε να σκεφτόμαστε το παρόν στην Ευρώπη. Οι αποφάσεις που παίρνουμε σήμερα θα επηρεάσουν τα παιδιά μας 100 χρόνια μετά.

– Γράφετε πάντα από τη σκοπιά ενός ανθρώπου που βρέθηκε στη λάθος πλευρά;
– Σε αυτό το βιβλίο η ηρωίδα βρίσκεται μακροχρόνια στη λάθος πλευρά. Σε κάποια κεφάλαια βρίσκεται στη σωστή, αλλά πάλι χάνει. Η γραφή έχει να κάνει με τη δυνατότητα να βρεις την ισορροπία χωρίς να κάνεις πόλεμο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα των πολιτικών αποφάσεων είναι ότι δεν είναι ορατοί οι άνθρωποι. Και αυτό κάνει η λογοτεχνία. Κάνει ορατούς όσους αποσιωπούνται από την Ιστορία. Για μένα έχει σημασία το τι σημαίνει να είναι κάποιος ξένος και πώς καταλήγεις και εσύ να είσαι ξένος προς τον εαυτό σου. Για αυτό οι πόλεμοι δεν έχουν καμία αξία. Γιατί καταλήγεις να πολεμάς τον εαυτό σου.

– Εχετε ξανάρθει στην Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν είναι αγαπημένη χώρα των Γερμανών τα τελευταία χρόνια.
– Ελπίζω να συνεχίσουν να διαβάζουν οι Ελληνες τα βιβλία μου, παρότι είμαι Γερμανίδα, και χαίρομαι που είμαι συγγραφέας και όχι πολιτικός. Είμαι πάντα ευπρόσδεκτη στη χώρα σας. Για μένα πάντα η Ελλάδα είναι και η αρχαία Ελλάδα, και την αναγνωρίζω στα διαβάσματά μου. Είναι τιμή και θαύμα που είμαι εδώ κάθε φορά. Το ότι είμαστε εδώ σήμερα, σε έναν δρόμο που λέγεται Σοφοκλέους. Θα έπρεπε να νιώθω ένοχη; Δεν ξέρω.

– Γιατί μιλήσατε για ενοχή;
– Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω ποια είναι η στάση των Ελλήνων προς τους Γερμανούς. Πήρατε κάποια χρήματα, πρέπει να ακολουθήσετε τους γερμανικούς κανόνες και δεν ξέρω ποια είναι η γνώμη σας ως προς αυτό. Ξέρετε, πάντα τα χρήματα είναι ένα πρόβλημα για τη φιλία.

​​To βιβλίο της Τζέννυ Ερπενμπεκ «Η συντέλεια του κόσμου» (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, σελ. 304) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ