ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Ποτέ δεν είχα το μυαλό πάνω από το κεφάλι»

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Με τον σύζυγό της έχουν «έναν κανόνα απαράβατο: ποτέ δεν μπαίνει ο ένας στο ατελιέ του άλλου αν δεν έχουμε ολοκληρώσει το έργο που φτιάχνουμε. Οπότε η κριτική γίνεται εκ των υστέρων».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καθώς βαδίζω προς την Αγορά του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, διακρίνω την ψηλόλιγνη φιγούρα της. Οι υπάλληλοι της μεταφορικής εταιρείας βγάζουν από τα φορτηγά τα γλυπτά της και εκείνη τα παρακολουθεί σαν να είναι μωρά που κάνουν τα πρώτα βήματά τους. Σοφία Βάρη. Εικαστικός. Ετών 78, όπως μου λέει με το που καθόμαστε στην καφετέρια του κέντρου. «Δεν κρύβετε, λοιπόν, την ηλικία σας;» τη ρωτώ. Γελάει. «Γιατί να το κάνω; Το παρελθόν μας είναι πολύτιμο. Και τα χρόνια μας παράσημα», απαντά.

Για την επόμενη ώρα, στην αναζωογονητική δροσιά του κλιματιζόμενου χώρου, σε ένα διάλειμμα από το στήσιμο της έκθεσής της «Φόρμες και Αντιθέσεις», θα μιλήσουμε για πολλά. Για την τέχνη και την έμπνευση. Για την κριτική. Για τον σύζυγό της Φερνάντο Μποτέρο. Για την υστεροφημία. Για την Ελλάδα, που τόσο αγαπά.

Η κουβέντα αναπόφευκτα ξεκινά από το ΚΠΙΣΝ: δεκαέξι ασπρόμαυρα γλυπτά της μνημειακών διαστάσεων δεσπόζουν από σήμερα στην Αγορά του, «συνομιλώντας» με το κτιριακό συγκρότημα που σχεδίασε ο Ρέντσο Πιάνο και το ελληνικό φως. «Είναι υπέροχος χώρος, έχει απίστευτη ενέργεια, δεν τολμούσα ούτε να ονειρευτώ ότι θα έκανα ποτέ έκθεση εδώ. Νιώθω απερίγραπτη χαρά. Αλλά δεν σας κρύβω ότι, ταυτόχρονα, φοβάμαι λιγάκι. Νιώθω μεγάλη ευθύνη. Οποτε κάνω έκθεση, θέλω τα έργα μου να μην είναι ξένο σώμα στο περιβάλλον όπου παρουσιάζονται. Ετσι και εδώ: θέλω αυτά τα γλυπτά να φαίνονται λες και δημιουργήθηκαν για να ενταχθούν σ’ αυτόν τον χώρο...».

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αγγλία και στη Γαλλία. Ζει και εργάζεται μεταξύ Ελλάδας, Γαλλίας, Μονακό και Ιταλίας. Αλλά η καρδιά της ήταν, είναι και θα είναι ελληνική. Ποιο στοιχείο του χαρακτήρα της μαρτυρά περισσότερο την καταγωγή της; «Αυτό που δεν υπάρχει ως λέξη σε καμία άλλη γλώσσα. Αυτό που σε κάνει να μην μπορείς να περπατήσεις, να μην μπορείς καν να ανασάνεις αν δεν έχεις κάνει αυτό που οφείλεις να κάνεις: το φιλότιμο. Με βοήθησε πολύ στη ζωή μου».

Οι διαδρομές της στην τέχνη ξεκίνησαν από την παραστατική γλυπτική. «Πέρασα όμως στην αφηρημένη τέχνη γιατί δεν άντεχα να κινούμαι μεταξύ στενών ορίων. Αυτό με απελευθέρωσε και με βοήθησε να αναζητήσω το δικό μου στυλ. Είναι το πιο σημαντικό το στυλ, αλλά δύσκολα το κατακτάς. Εκτός κι αν είσαι ο Μποτέρο, που γεννήθηκε μ’ αυτό (γέλια).

Εγώ δεν είμαι έτσι. Σε κάθε γλυπτό που ξεκινώ σκέφτομαι πώς θα διορθώσω τα λάθη που έκανα στο προηγούμενο. Και πάει λέγοντας... Μια ζωή δεν μου φτάνει, λοιπόν. Θα έπρεπε να είμαι γάτα, να έχω επτά!».

Ο γάμος της με τον διάσημο Κολομβιανό καλλιτέχνη μετράει 42 χρόνια. Επιζητεί την κριτική του; Κι αν δεν είναι θετική; «Εχουμε έναν κανόνα απαράβατο: ποτέ δεν μπαίνει ο ένας στο ατελιέ του άλλου αν δεν έχουμε ολοκληρώσει το έργο που φτιάχνουμε. Οπότε η κριτική γίνεται εκ των υστέρων».

Τη ρωτώ ποιο είναι το αγαπημένο υλικό της. «Το μάρμαρο», απαντά. «Είναι σαν να περικλείει όλη την Ελλάδα. Αλλά είναι και το πιο ζόρικο. Οι σκιές στα μαρμάρινα γλυπτά πρέπει να είναι άψογα μελετημένες και βαθιές, γιατί διαφορετικά, μπροστά στο βλέμμα του θεατή οι όγκοι χάνονται, σβήνουν.» Και σε μια μελλοντική εγκυκλοπαίδεια τέχνης, τι θα ήθελε να υπάρχει στο λήμμα «Σοφία Βάρη»; «Ποτέ δεν είχα το μυαλό μου πάνω από το κεφάλι», λέει γελώντας. «Δεν νομίζω ότι θα απασχολήσω την ιστορία της τέχνης. Δεν με πειράζει. Ανέκαθεν με κινητοποιούσε μόνο το πάθος γι’ αυτό που κάνω. Η γλυπτική είναι η αναπνοή μου. Αν, πάντως, υπάρξει μια τέτοια αναφορά, θα ήθελα, δίπλα στο όνομά μου, να γραφτεί μια μικρή φράση: “Υπήρξε μια έντιμη καλλιτέχνις”. Τίποτ’ άλλο».

​​Εως τις 7/10, είσοδος ελεύθερη, www.snfcc.org. Με αφορμή την έκθεση, το ΚΠΙΣΝ διοργανώνει σειρά εργαστηρίων για παιδιά και ενηλίκους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ