Θυμάται τα παιδικά και τα εφηβικά καλοκαίρια του στην Ανατολική Αττική. Τις παρέες, τις βουτιές, τα μπαράκια, τα νυχτέρια στις αυλές στη Νέα Μάκρη, αλλά και στο Μάτι, όπου έμεναν οι πιο πολλοί φίλοι του. «Θυμάμαι κι εκείνον τον φιδωτό δρόμο που περνούσε μέσα από τον οικισμό και κατέληγε στη θάλασσα – εκεί όπου χάθηκαν τόσοι άνθρωποι...» λέει ο Μάριος Φραγκούλης.

Η τραγωδία του περασμένου Ιουλίου τον συγκλόνισε. «Τρεις μέρες είχα κλειστεί στο σπίτι, περπατούσα πέρα δώθε, από δωμάτιο σε δωμάτιο, δεν ήθελα να δω και να μιλήσω σε κανέναν. Σκεφτόμουν ότι τίποτα δεν έχει νόημα, ούτε το τραγούδι ούτε η καριέρα. Μπροστά σε τόσες απώλειες, σε τόσο πόνο, όλα χάνουν τη σημασία τους». Οπότε η πρόταση του ΣΚΑΪ τον βρήκε ήδη αποφασισμένο να κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει – με τον τρόπο του. «Καλή η υψηλή τέχνη, αλλά, αν δεν μπορείς να βοηθήσεις τον συνάνθρωπό σου, τι αξία έχει;» τονίζει. Έτσι, μέρος των εσόδων από τη συναυλία του στις 17 Σεπτεμβρίου στο Ηρώδειο, σε επιμέλεια Λίνας Νικολακοπούλου, θα διατεθεί για τους σκοπούς του «Όλοι μαζί μπορούμε». «Δεν πρέπει να ξεχάσουμε όσα έγιναν στο Μάτι», συνεχίζει. «Όσοι ευθύνονται πρέπει να πληρώσουν για τα λάθη και τις παραλείψεις τους. Και όσοι βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης να διασφαλίσουν ότι θα γίνουν όλα όσα είναι απαραίτητα για να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο. Όλη η Ελλάδα γύρω από ένα πεύκο έχει χτιστεί...»

Στο Ηρώδειο θα τραγουδήσεις για το «Όλοι μαζί μπορούμε» – κάτι που ο ίδιος στερήθηκες, και μάλιστα σε τρυφερή ηλικία. Αναφέρομαι στο πώς χωρίστηκες από την οικογένειά σου.

Πράγματι, έτσι είναι. Γεννήθηκα στη σημερινή Ζιμπάμπουε, την τότε Ροδεσία. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, ήρθαμε με τους γονείς μου για διακοπές, όπως νόμιζα, στην Αθήνα, αλλά στο ταξίδι της επιστροφής προς την Αφρική δεν ήμουν μαζί τους: με είχαν αφήσει στη θεία Λούλα, την αδελφή της μητέρας μου. Στο εξής, εκείνοι και ο αδελφός μου θα ήταν όλοι μαζί. Εγώ όχι. 

Μεγάλη ανατροπή στη ζωή σου...

Αισθάνθηκα εγκαταλελειμμένος, προδομένος. Γιατί κράτησαν τον αδελφό μου και όχι εμένα; Τι τους είχα κάνει; Καταλαβαίνεις πώς σκέφτεται ένα παιδί αυτής της ηλικίας. Αλλά η θεία Λούλα με αγάπησε με όλη της την ψυχή, μου έδωσε δύναμη, με έκανε να νιώσω αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Όποτε έκλαιγα, κυρίως γιατί τα παιδιά στο σχολείο με κορόιδευαν επειδή δεν είχα γονείς –αντιμετώπισα άγριο μπούλινγκ–, εκείνη με έσφιγγε στην αγκαλιά της. «Μην ανησυχείς, Μαριούτσο μου (έτσι με φώναζε τρυφερά), εγώ είμαι εδώ για σένα», μου έλεγε. Με λάτρευε και τη λάτρεψα κι εγώ. Έπειτα από λίγα χρόνια, όταν οι γονείς μου ήρθαν για να με πάρουν ξανά μαζί τους, πάτησα πόδι. Η θεία Λούλα ήταν πια η μαμά μου και δεν σκόπευα να την αφήσω. 

Ως ενήλικας πια, το συζήτησες ποτέ με τους γονείς σου; 

Φυσικά. Ήθελα να καταλάβω γιατί με έβγαλαν από τη ζωή τους με αυτόν τον τρόπο. Δεν κατάφεραν να μου δώσουν μια πειστική απάντηση. Άλλη ήταν η εκδοχή του πατέρα μου κι άλλη της μητέρας μου: η έκρυθμη κατάσταση στην Αφρική, οι κακές δικές τους σχέσεις – ακόμα δεν ξέρω τι μέτρησε περισσότερο.

 

 

Τους συγχώρεσες;

Τη βιολογική μητέρα μου τη συγχώρεσα, γιατί η μητέρα μου το ζήτησε πριν φύγει από τη ζωή. «Θέλω να τη φροντίζεις», μου είπε. Το κάνω. Ζει στην Αθήνα, πλέον. Τον πατέρα μου τον συγχώρεσα όταν πέθανε. Μέχρι τότε, είχα πολύ θυμό για εκείνον μέσα μου. Είχε έρθει να με δει στο Λονδίνο, στους «Άθλιους». Ήμουν χαρούμενος, είχα παίξει πάρα πολύ καλά εκείνο το βράδυ, ήλπιζα πως, όταν θα συναντιόμασταν στα παρασκήνια, θα έπεφτε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου και θα μου ζητούσε συγγνώμη. Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Με χτύπησε στην πλάτη μάλλον συγκαταβατικά και μου είπε: «Καλός ήσουν». Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι ποτέ δεν θα έπαιρνα τις απαντήσεις που τόσο είχα ανάγκη. Έπρεπε να κάνω το επόμενο βήμα, να ελευθερωθώ – για να γιατρευτώ, ίσως, κάποια στιγμή. Αν δεν άφηνα πίσω μου το παρελθόν, θα γινόταν βαρίδι που θα με τραβούσε στον βυθό. Άλλωστε, οι νέοι μου γονείς μού πρόσφεραν ό,τι μπορούσαν για να κυνηγήσω το όνειρό μου. «Πρέπει να σπουδάσεις, να ταξιδέψεις, να ανοίξεις τα φτερά σου και όσο πιο μακριά φτάσεις, τόσο το καλύτερο», μου έλεγαν.

Από τη ζωή στην Αφρική έχεις καθόλου αναμνήσεις;

Πολλές. Κι ας έφυγα τόσο μικρός. Θυμάμαι να κάνουμε με τον αδελφό μου τον Σάιμον διαγωνισμό ποιος θα πιει πιο γρήγορα τη σοκολάτα του! Θυμάμαι τα ποδήλατά μας και τις κυριακάτικες εκδρομές στο πάρκο, μαζί με άλλες οικογένειες Ελλήνων. Αλλά και τα χρωματιστά ποπ κορν που έτρωγα. Όταν ήρθα στην Ελλάδα και τα ζητούσα, με κοιτούσαν περίεργα. «Χρωματιστά ποπ κορν; Είναι φαντασιόπληκτο αυτό το παιδί», έλεγαν. (Γέλια)

Η μουσική πότε μπήκε στη ζωή σου;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου έπαιζε πιάνο, η μητέρα μου λάτρευε τον Καζαντζίδη και τον Μάριο Λάντσα. Ενώ ο αδελφός μου έπαιζε με αεροπλανάκια (σήμερα εργάζεται ως ιπτάμενος φροντιστής), εγώ από δύο ετών ήμουν κολλημένος δίπλα στο πικάπ και τραγουδούσα. Αργότερα, στην Ελλάδα πια, όταν στις οικογενειακές συγκεντρώσεις μού ζητούσαν να πω κάποιο τραγούδι, στην αρχή ντρεπόμουν. Ξεκινούσα δειλά δειλά με το «Χάρτινο το φεγγαράκι» του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου και στη συνέχεια έπαιρνα φόρα κι άρχιζα τις ναπολιτάνικες καντσονέτες. (Γέλια ξανά)

Στον χώρο της μουσικής υπάρχουν άνθρωποι που σε στήριξαν; Νιώθεις να χρωστάς σε κάποιον ένα «ευχαριστώ»;

Σε πολλούς. Και πάνω απ’ όλους στον Μίκη Θεοδωράκη. Το φετινό αφιέρωμα στα 20 χρόνια από την πρώτη συνεργασία μας δεν είχε απλώς επετειακό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα ένιωσα την ανάγκη να του εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε, και μάλιστα σε μια εποχή που με πολεμούσαν πολλοί. «Ποιος είναι αυτός που θα τολμήσει να αγγίξει το “Άξιον εστί” και πώς θα καταλάβει και θα αποδώσει το κείμενο του Ελύτη;» έλεγαν. Αλλά ήμουν ήδη μαθημένος σε συνθήκες ακραίου ανταγωνισμού και μαχαιρωμάτων. Το 1988, όταν υποδυόμουν τον Μάριο, τον ρομαντικό ήρωα στους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκό, στο ομώνυμο μιούζικαλ του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ, κορόιδευαν το ελληνικό αξάν μου. «Αυτός ο Έλληνας πρέπει να πουλάει σουβλάκια και όχι να παίζει σε παράσταση του Γουέστ Εντ», σχολίαζαν. Αλλά, τελικά, καλό μου έκαναν όλα αυτά. Δούλεψα ακόμα πιο σκληρά για να βελτιωθώ και να ξεχωρίσω.

Αν μπορούσες να έχεις στην πραγματική ζωή τη μοίρα ενός ήρωα όπερας, ποιον θα διάλεγες;

Κάποιον που θυσιάζεται για ό,τι αγαπά – την καλή του, την οικογένειά του, την πατρίδα του. Θα ήθελα να είμαι όπως ο Αντρέα Σενιέ στην ομώνυμη όπερα του Τζορντάνο. Ή ο Ροδόλφος στην «Μποέμ» του Πουτσίνι: να μην έχω καθόλου χρήματα στην τσέπη μου, αλλά μέσα μου να είμαι εκατομμυριούχος· ένας απλός και ταπεινός ποιητής της ζωής. Κι αν μπορούσα να διαλέξω ήρωα ταινίας, θα ήθελα να είμαι ο Γιώργος Φούντας στη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη. Να έχω αγαπήσει παράφορα τη Μελίνα Μερκούρη, να είμαι θύμα και θύτης μαζί.

Αν μια μέρα σού πουν ότι δεν «πουλάς» πια, τι θα κάνεις;

Ειλικρινά σου λέω, δεν θα αιφνιδιαστώ. Είμαι έτοιμος γι’ αυτό, ανέκαθεν ήμουν. Όταν έχεις δει τη ζωή σου να ανατρέπεται εντελώς από την ηλικία των 4 ετών, είσαι προετοιμασμένος για τα πάντα. Δεν θα χαθώ, ελπίζω. Θα ασχοληθώ με την ηθοποιία, δεν αποκλείεται να σκηνοθετήσω, θα βρω τρόπους να εκφράσω τη δημιουργικότητά μου.

Τελικά, είσαι τόσο καλό παιδί όσο δείχνεις, Μάριε;

(Γελάει) Όλοι μας έχουμε κουσούρια και δεν αποτελώ εξαίρεση. Είμαι απόλυτος σ’ αυτά που θέλω. Γι’ αυτό και κάποιοι ίσως με θεωρούν στρυφνό και δύσκολο. Αλλά δεν αντέχω τη μετριότητα. Ούτε δέχομαι να ακούω το επιχείρημα «για τα ελληνικά δεδομένα είναι καλό». Όποιος το λέει προσβάλλει και τον εαυτό του, και την Ελλάδα. 

Και τι σου έχει μάθει μέχρι σήμερα η ζωή;

Ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Αλλά μόνος σου δεν μπορείς να κατακτήσεις τίποτα· χρειάζεσαι συνοδοιπόρους. ■

Ηρώδειο, 17 Σεπτεμβρίου, «ΑTHENS REVISITED. Μύθοι και Ήρωες». Συμμετέχουν ο βιολονίστας Zoltan Maga και η Δήμητρα Σελεμίδου. Μαζί τους ο Ισπανός συνθέτης Jose-Maria Cano. Μέρος των εσόδων θα διατεθεί  για τους σκοπούς του «Όλοι μαζί μπορούμε». To νέο άλμπουμ του Μάριου Φραγκούλη θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο, με δική του μουσική και στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου και του Άρη Δαβαράκη.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ