ΒΙΒΛΙΟ

Η πινακοθήκη των αφανών ηρώων

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

To έργο του Βρετανού ζωγράφου Στάνλεϊ Σπένσερ «Dinner on the Hotel Lawn» ως σχόλιο στη βρετανική ζωή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

PATRICK HAMILTON
Οι σκλάβοι της μοναξιάς
μτφρ.-επίμ.: Κατερίνα Σχινά
εισ.: Ντόρις Λέσινγκ
εκδ. Στερέωμα, σελ. 347

Υπάρχει άραγε γεύση της μισοφωτισμένης αγγλικής επαρχίας στα χρόνια του πολέμου; Αν μπορεί κανείς να επινοήσει το αποτύπωμα αυτής της ζωής, περιχαρακωμένης και ασφυκτικής, πιθανόν να οδηγηθεί στο «Τεϊοποτείον Ρόζαμουντ», «εκείνο το κάπως στενό, τριώροφο οίκημα από κόκκινα τούβλα, σφηνωμένο ανάμεσα σ’ ένα αποκαρδιωμένο κατάστημα παιχνιδιών από τη μια πλευρά και ένα παλαιοπωλείο από την άλλη». Οταν ξέσπασε ο πόλεμος, έγινε «Πανσιόν Πέιν» και αν πλησιάσετε στο παράθυρο θα δείτε στη φωτισμένη τραπεζαρία την κυρία Πέιν και τους ενοίκους της. Ανάμεσά τους, την υπομονετική δεσποινίδα Ρόουτς, ετών 39 και γραμματέα σε εκδοτικό οίκο του Λονδίνου.

Αυτός ο περίκλειστος κόσμος, που βρίσκει θέση στις καρέκλες της τραπεζαρίας της κυρίας Πέιν, εντοπίζεται στα περίχωρα του Λονδίνου, στο Τέιμς Λόκντον, «μια μικρή πόλη χτισμένη στις όχθες του ποταμού». Μοιάζει να είναι καταφύγιο ανάμεσα στις θύελλες του πολέμου, κοντά αλλά και μακριά από το Λονδίνο, «το συσπειρωμένο, κουλουριασμένο τέρας», με τη ζωή να κυλά μέρα με τη μέρα.

Αυτό το σκηνικό του Πάτρικ Χάμιλτον (1904-1962), του συγγραφέα που επινόησε το «Τεϊοποτείον Ρόζαμουντ», κυριαρχεί στο μυθιστόρημά του «Οι σκλάβοι της μοναξιάς». Kυκλοφόρησε το 1947, όταν ο Χάμιλτον ήταν δημοφιλής. Ο ίδιος ήταν ο τύπος του ανθρώπου στον αντίποδα της όποιας δόξας. Αλκοολικός, με έλξη στις εκδιδόμενες γυναίκες, κόντρα στο σύστημα, «κομμουνιστής» για κάποιους, αλλά και αρκετά παραγωγικός έως ότου το ποτό τον διαλύσει. Πέθανε από κίρρωση στα 58 του χρόνια. Αλλά το ωραίο στην περίπτωση του Χάμιλτον είναι ότι η υστεροφημία του ακολούθησε τη διακύμανση της λήθης και της αναγνώρισης. «Ο λόγος που ο Πάτρικ Χάμιλτον άργησε τόσο να επανέλθει στο προσκήνιο ήταν ότι το Λονδίνο του είχε υποστεί εκείνη τη σαρωτική μεταμόρφωση που συντελέστηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50», γράφει στον πρόλογο η Ντόρις Λέσινγκ, «...αν έμπαινες σε μια παμπ, οι ήρωες του Χάμιλτον δεν θα ήταν εκεί».

Πιθανότατα, η δεσποινίς Ρόουτς να ήταν ο τύπος της γυναίκας που σαρώθηκε μεταπολεμικά. Αλλά στη διάρκεια του πολέμου, η σθεναρή δεσποινίς Ρόουτς παλινδρομεί και αγκομαχά σε μία επίφαση ζωής ανάμεσα στους ενοίκους της πανσιόν της κυρίας Πέιν. Ο πόλεμος κλονίζει το Λονδίνο, αλλά και στην επαρχία τα φώτα χαμηλώνουν. Η πινακοθήκη της βρετανικής επαρχίας μάς συστήνει τον είρωνα και τυραννικό κ. Θουέιτς, βασική περσόνα στην τραπεζαρία της κυρίας Πέιν, όπως και τη Βίκυ, που είναι Γερμανίδα και «σχετικοποιεί» τα του πολέμου, προκαλώντας σύγχυση στη δεσποινίδα Ρόουτς. Υπάρχει και ο Αμερικανός υπολοχαγός Πάικ, που πολιορκεί τα κορίτσια και παλεύει να περάσει όλα τα δεινά «ξώφαλτσα». Υπάρχει μια πλειάδα χαρακτήρων που τρεμοσβήνουν ολόγυρα.

Με έναν τρόπο δεξιοτεχνικό, ο Πάτρικ Χάμιλτον μας προσφέρει ένα μεγάλο μυθιστόρημα, απολύτως διαβαστερό, που θυμίζει την παλιά εκείνη ζεστασιά της παλιάς λογοτεχνίας. Η Κατερίνα Σχινά, που μετέφρασε το βιβλίο, μας δίνει την καλύτερη εκδοχή της ελληνικής γλώσσας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ