ΚΟΣΜΟΣ

Village Voice: Σπάζοντας ταμπού στη Νέα Υόρκη

ΝΙΚΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

Τα παλαιά γραφεία του Village Voice, στο 22 της Greenwich Avenue.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η 31η ημέρα του Αυγούστου σήμανε το τέλος μιας εποχής – και όχι μόνο του καλοκαιριού. Επειτα από 63 χρόνια κυκλοφορίας, το επαναστατικό και επιδραστικό νεοϋορκέζικο εβδομαδιαίο περιοδικό The Village Voice ανακοίνωσε πως θα σταματήσει πλέον κάθε λειτουργία του. Τα διάσημα κόκκινα πλαστικά κουτιά, που κάποτε προσείλκυαν πλήθος ενθουσιασμένων Νεοϋορκέζων, παραμένουν ακόμη διάσπαρτα στο Μανχάταν και στο Μπρούκλιν – άδεια, ανέγγιχτα, σκονισμένα, σαν παλιές κηλίδες αίματος στον αστικό ιστό της μεγαλούπολης.

Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τον αντίκτυπο που θα είχε το περιοδικό όταν τρεις βέροι Νεοϋορκέζοι –ο Νταν Γουλφ, ο Εντουιν Φάντσερ και ο Νόρμαν Μέιλερ– αποφάσισαν το 1955 να ιδρύσουν ένα εναλλακτικό έντυπο με βάση τους ένα στριμωγμένο διαμέρισμα στην καρδιά του Γκρίνουιτς Βίλατζ. Με στόχο να φέρουν την επανάσταση απέναντι στον συντηρητισμό του Τύπου της Νέας Υόρκης, οι ιδρυτές προσείλκυσαν ένα πλήθος δημοσιογράφων με οξύ πνεύμα, διάθεση για αντιπαραθέσεις και κεραίες ορθάνοιχτες προς τα εναλλακτικά πολιτιστικά δρώμενα του «μεγάλου μήλου». Στην πολυετή λειτουργία του, το περιοδικό βραβεύτηκε με τρία βραβεία Πούλιτζερ, το Εθνικό Βραβείο Ιδρύματος Τύπου καθώς και το Βραβείο George Polk. Ωστόσο, η αξία του είναι ανεκτίμητη, αδύνατον να ποσοτικοποιηθεί.

Με ένα πρωτότυπο πάντρεμα καυστικών σχολιογραφικών κειμένων, δημοσιογραφίας του ακτιβισμού, κριτικής των εναλλακτικών μορφών τέχνης και πολιτικής γελοιογραφίας, το Village Voice εφηύρε ουσιαστικά την «εξίσωση» του εναλλακτικού εβδομαδιαίου περιοδικού. Σε λίγους μήνες, μετετράπη σε παγκόσμιο πρότυπο και πηγή έμπνευσης για τον γραπτό Τύπο της εποχής. Αρθρογράφοι όπως η Τζιλ Τζόνστον βρήκαν χώρο να ξεφύγουν από τα όρια της «ξύλινης» γλώσσας και των αυστηρών κανόνων σύνταξης, ενώ οι κριτικοί τέχνης του –όπως ο Πίτερ Στζένταλ και η Ρομπέρτα Σμιθ– λάμβαναν τακτικά προσκλήσεις για τις καλύτερες θέσεις στις εκθέσεις του Γουόρχολ, του Μπασκιά και του Κουνς.

Βασικό συστατικό της επιτυχίας του Village Voice ήταν η άρνησή του να συμβιβαστεί με το κατεστημένο και η επιμονή του να καλύπτει θέματα-ταμπού της κάθε εποχής. Ο ιστορικός αρθρογράφος Γουέιν Μπάρετ, με τη σκληρή του πένα που επί 40 χρόνια ασκούσε κριτική στο real estate της Νέας Υόρκης, ήταν από τους πρώτους δημοσιογράφους που ασχολήθηκαν με την προσωπικότητα του Ντόναλντ Τραμπ. Το πλούσιο έργο του αποτελεί σήμερα πυξίδα για τους δημοσιογράφους που παρακολουθούν τον –πλέον– Αμερικανό πρόεδρο. Ο αυτοαποκαλούμενος «μουσικοϊστορικός» Νατ Χέντοφ αφοσιώθηκε στο σημείο τομής της τζαζ με την ελευθερία του λόγου από το 1958 μέχρι το 2009, ενώ ο Μάικλ Μούστο κάλυπτε την περίτεχνη νυχτερινή ζωή των club kids και της γκέι κοινότητας της Νέας Υόρκης για πάνω από 30 χρόνια. Το 1976, οι συντάκτες του περιοδικού σύρθηκαν στην επιτροπή δεοντολογίας του Κογκρέσου, επειδή δημοσίευσαν μία σειρά από απόρρητα έγγραφα για τις πρακτικές των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.

Επί δεκαετίες, η δωρεάν διανομή του περιοδικού δεν είχε σταθεί εμπόδιο στην οικονομική του βιωσιμότητα. Προτού το Ιντερνετ καταστήσει απαρχαιωμένες τις διαφημίσεις του γραπτού Τύπου, οι Νεοϋορκέζοι βασίζονταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στο Village Voice για να βρουν διαμερίσματα και να διαφημίσουν τις ιδιοκτησίες τους, παρέχοντας έτσι τη χρηματοδότηση που είχε ανάγκη το περιοδικό. Οι σελίδες του Village Voice περιελάμβαναν επίσης και επίμαχες αγγελίες για υπηρεσίες συνοδείας, ωστόσο, όταν η διοίκηση του Voice έπεσε στα χέρια του Πίτερ Μπάρμπι το 2015, η πρακτική αυτή σταμάτησε. Επειτα από μια πειραματική στροφή στο Διαδίκτυο που δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, οι οικονομικές δυσκολίες ανάγκασαν τον Μπάρμπι να κατεβάσει την αυλαία στις λειτουργίες του περιοδικού. Στα γραφεία του παραμένουν λίγοι δημοσιογράφοι για να ψηφιοποιήσουν την πλούσια ιστορία του περιοδικού.

Πέρα από τις οικονομικές δυσκολίες, ωστόσο, το Village Voice ίσως έκλεισε επειδή εν έτει 2018 η «φωνή» του έχει χάσει το νόημα ύπαρξής της. Αλλωστε, η Νέα Υόρκη του μποέμ και της υπόγειας κουλτούρας που εκπροσωπούσε εδώ και δεκαετίες έχει πλέον πεθάνει. Στο Σόχο συναντά κανείς μόνο βιτρίνες ακριβών καταστημάτων, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ το μέσο ενοίκιο για μια γκαρσονιέρα κυμαίνεται στις 2.000 δολάρια. Οι πρωτοποριακοί καλλιτέχνες, οι εκπρόσωποι της punk rock, οι φορείς ιδεών... περίεργων, είναι πλέον φαντάσματα μιας άλλης εποχής. Το μόνο που παραμένει είναι τα κόκκινα πλαστικά κουτιά...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ