ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ο Γιώργος Π. είναι ο Ουόρεν Οουτς του Πέκινπα. Χρόνια τώρα ταξιδεύει στην καυτή έρημο, κουβαλώντας στη θέση του συνοδηγού μια λεκανίτσα με το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία. Αν σταματήσει κάπου θα είναι για να βρει καμιά παγωμένη μπίρα και λίγο πάγο για να συντηρήσει το κεφάλι, γιατί έχει αρχίσει μια ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του και θέλει να την κρατήσει όσο γίνεται». Δύσκολα θα σκεφτόταν κανείς καλύτερη περιγραφή για τον Γιώργο Πανουσόπουλο από αυτήν του φίλου του, Νίκου Νικολαΐδη. Συμπεριλαμβάνεται μαζί με κείμενα άλλων σκηνοθετών στην έκδοση - μονογραφία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 2005, με αφορμή ένα μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του. Το φετινό αφιέρωμα στον Γιώργο Πανουσόπουλο στις «Νύχτες Πρεμιέρας» – 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας (έως τις 30 Σεπτεμβρίου), περιλαμβάνει μια ταινία επιπλέον, ορισμένα από τα διαφημιστικά που γύρισε (περισσότερα από 1.000 στο σύνολό τους) αλλά και σοβαρές απώλειες... Ο συνοδοιπόρος του, Νίκος Νικολαΐδης, δεν είναι ανάμεσά μας. Είναι κι αυτός για τον οποίο ο Γιώργος Πανουσόπουλος ομολογεί ότι του λείπει περισσότερο –κάνει μια παύση, νομίζω ότι βουρκώνει– ενώ ισχυρίζεται ότι η ασπρόμαυρη «Ευρυδίκη ΒΑ 2037» (1975), του Νικολαΐδη, είναι η καλύτερη «δική του» ταινία του. Θεωρεί ότι εκεί έχει αποτυπωθεί η πιο πλήρης και απαιτητική δουλειά του στη φωτογραφία.

H Φιλμική Εταιρεία

Ο 76χρονος Γιώργος Πανουσόπουλος είναι από μόνος του μια γενιά, μια εποχή και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά βλέμματα του ελληνικού κινηματογράφου. Ονομαστός διευθυντής φωτογραφίας, συνδημιουργός της Φιλμικής Εταιρείας μαζί με τον Νίκο Περάκη και τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο –«ιστορική» τριάδα του ελληνικού σινεμά– δηλώνει ότι «έχει τέσσερα παιδιά, πέντε εγγόνια και μόνο οκτώ ταινίες»! Η Φιλμική Εταιρεία έχει αλλάξει πλέον χέρια, αλλά εκεί επέλεξε να συναντηθούμε για να μιλήσουμε, στα καινούργια γραφεία του Νέου Ψυχικού. Αφορμή η τελευταία ταινία του «Σ’ αυτήν τη χώρα κανείς δεν ήξερε να κλαίει» (που προβάλλεται ήδη στις αίθουσες), η μοναδική στην οποία δεν υπογράφει ο ίδιος τη φωτογραφία, καθώς και η ρετροσπεκτίβα στις «Νύχτες Πρεμιέρας».


Από το «Ταξείδι του μέλιτος»  (1979) στο...

... «Σ’ αυτή τη χώρα κανείς δεν ήξερε να κλαίει» (2018), ο Γ. Πανουσόπουλος έχει διανύσει 40 χρόνια στο ελληνικό σινεμά.

Ο Γιώργος Πανουσόπουλος είναι συνήθως πολύ λιτός, κοφτός, στις κουβέντες του. Σταχυολογώ από μια σύντομη, πυκνή συζήτηση, με απροσδόκητες διαδρομές. Η πρώτη ερώτησή μου ήταν αυθόρμητη, η απάντηση λιγότερο λακωνική απ’ ό,τι περίμενα. «Στην εποχή του Netflix, γυρίζετε μια ταινία (στην Ικαρία) για ένα φανταστικό, αχαρτογράφητο νησί στο Αιγαίο, το Αρμενάκι, μια μικρή κοινωνία σαν μια παρέα παλιών φίλων, που ζει ειδυλλιακά, χωρίς χρήματα, τα παιδιά ευτυχισμένα ζωγραφίζουν τους τοίχους του σχολείου...». «Μια ταινία που λέει ότι τα λεφτά είναι ντεμοντέ!» με διακόπτει ο Γ. Πανουσόπουλος. «Η τράπεζα του νησιού είναι κλειστή, ήδη, πριν από την κρίση!..Το σενάριο το είχα γράψει από το 2012. Τη γύρισα τώρα, περιμένοντας το Κέντρο Κινηματογράφου να μας χρηματοδοτήσει. Εχουν και δίκιο όμως. Κι εγώ στη θέση τους το ίδιο θα έκανα. “Να δώσω λεφτά στον Πανουσόπουλο, 76 χρόνων, για να γυρίσει ταινία; Θα τα δώσω στους νέους...”, σκέφτονται. Είναι δίκαιο αυτό. Το Κέντρο είναι για το μέλλον. Ποιο μέλλον να χτίσει κανείς στα 76 του; Είναι άδικο, αλλά έτσι είναι».

– Από τους νέους σκηνοθέτες σε ποιον θα επενδύατε;
– Στον Λάνθιμο (σ.σ. τον αναφέρει χωρίς δεύτερη σκέψη). Υπάρχουν ίσως και νεότεροι, που δεν γνωρίζω ακόμη.

– Το σινεμά έχει ηλικία;
– Οχι, δεν έχει. Ο πολιτικός κινηματογράφος έχει ηλικία. Τελειώνει γρήγορα. Είναι κουρασμένο θέμα. Εγώ δεν έκανα ποτέ πολιτικές ταινίες. Γι’ αυτό και ξεχωρίζω το σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου και του Γιάννη Οικονομίδη.

– Τι σημαίνει για εσάς «γερνάω»;
– Δεν μπορώ να περπατήσω γρήγορα, δεν ασχολούμαι με τον έρωτα. Στην πρώτη μου ταινία, το «Ταξείδι του μέλιτος», υπάρχει μια φράση που είναι χαρακτηριστική: «Οταν τελειώσει ο έρωτας από τη ζωή σου, σου μένει πολύς καιρός». Τώρα που είμαι σε αυτήν την ηλικία, το βλέπω. Τελειώνει το βλέμμα των άλλων πάνω σου. Τι σημαίνει να γερνάς; Σημαίνει ότι οι γυναίκες είναι αλλoνών... Των ανδρών, όχι των γέρων.

– Αγαπήσατε τις γυναίκες πολύ;
– Ναι. Και τώρα είμαι γεμάτος ενοχές. Τις αγαπούσα, αλλά δεν τις καταλάβαινα. Το βράδυ δεν κοιμάμαι. Σκέφτομαι μόνο σφάλματα...

– Εχετε πολύ στενή σχέση με τη γυναίκα και τη θάλασσα...
– Με τράβαγε η θάλασσα. Μην ξεχνάτε ότι νέος πήγα ένα χρόνο στα καράβια, μούτσος... Από μικρός έβλεπα έναν εφιάλτη: πήγαινα στη θάλασσα με τη μαμά μου και η θάλασσα έφευγε. Ετρεχα γρήγορα, έφευγε γρήγορα. Περπάταγα σιγά, έφευγε σιγά...

– Φυλλομετρώντας τη ζωή σας, πού στέκεστε;
– Στις γυναίκες, και πάλι.

– Ποια θεωρείτε την πιο αρυτίδωτη ταινία σας;
– Την πρώτη, το «Ταξείδι του μέλιτος». Ηθελα να παίξει ο Ντίνος Ηλιόπουλος, στη θέση του Σταύρου Ξενίδη. Δεν μπορούσε, μπορεί και να μην ήθελε. Δεν θα ξεχάσω ότι δεν αρνήθηκε από το τηλέφωνο. Ηρθε σπίτι μου, να μου το πει από κοντά. Ελπίζω ότι μετά το μετάνιωσε!

– Είμαστε μάρτυρες μιας διαρκούς εξέλιξης στον χώρο της τεχνολογίας, γενικότερα και, ειδικότερα, στον κινηματογράφο. Συναρπαστικό αυτό που συμβαίνει...
– Μπορεί να είναι συναρπαστικό, αλλά όχι για μένα.

– Για εσάς τι είναι συναρπαστικό;
– Για μένα είναι συναρπαστικό το να ζουμε. Οσο πιο κοντά μπορούμε ο ένας με τον άλλον. Να αλληλοεπηρεαζόμαστε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ