Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Θανάσης Καρτερός: Φωνές από το μπούνκερ

Κ​​ανείς δεν εξηγεί τον Καρτερό καλύτερα από τον ίδιο τον Καρτερό. Οι προκηρύξεις που ο διευθυντής του πρωθυπουργικού γραφείου Τύπου δημοσιεύει πλέον όχι στην κομματική εφημερίδα, αλλά στο facebook, μπορούν να διαβαστούν και ως αυτοερμηνεία – αν όχι ως αυτοψυχανάλυση. Πώς; Ο Καρτερός καταγγέλλει τους αντιπάλους του ως «μισαλλόδοξους», «φραστικούς τραμπούκους», «ψαλτάδες του εμφυλίου των λέξεων». Και, ταυτόχρονα, τους αναθεματίζει ως «εμπαθείς», «ανόητους», «βάνδαλους», «φασίστες». Ως αντίδοτο στο εμφυλιακό κράξιμο επιστρατεύει το εμφυλιακό κράξιμο.

Αυτή η χολερική ομοιοπαθητική αποδεικνύεται πολύ δραστική. Εκμαιεύει και, ώς ένα βαθμό, νομιμοποιεί αμυντικές αντιδράσεις που ανατροφοδοτούν και την ίδια. Το βλέπει κανείς στην αντιπαράθεση για την ΕΡΤ. Η προπαγανδιστική κατάχρηση του βήματος της δημόσιας τηλεόρασης για να στιγματιστεί ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως φασίστας προκάλεσε ως άμυνα το εμπάργκο της Ν.Δ. Τίθεται έτσι σε κίνηση ένας συμβιωτικός κύκλος αντίπαλων δηλητηρίων. Ενας κύκλος που εγκλωβίζει τη δημόσια ζωή σε εκείνες ακριβώς τις αντιπαραθέσεις που δεν χρειάζεται. Σε ένα ξεμάλλιασμα για το αν η κυβερνητική τηλεόραση είναι ελεύθερη να αντιπολιτεύεται, βρίζοντας, την αντιπολίτευση.

Οποιος αναγνωρίζει αυτόν τον εγκλωβισμό κινδυνεύει να κατηγορηθεί ως «ισαποστάκιας» – γεγονός που από μόνο του αποδεικνύει τη λοιμώδη επιρροή που έχει η κουλτούρα όσων πέρασαν όλη τους τη ζωή οχυρωμένοι στο όστρακο του δογματισμού τους.

Δεν υπέφεραν όλοι οι αριστεροί, ούτε όλοι οι αντιστασιακοί, από την ίδια καθήλωση. Δεν πέρασαν όλοι σαράντα χρόνια δημοκρατίας καρφωμένοι μέσα στο μπούνκερ των παλιών τους βεβαιοτήτων. Ομως το γεγονός ότι οι καθηλωμένοι αποκτούν λόγο κυρίαρχο –τέτοιο που να μπορεί να ξεβάφει και στους άλλους χώρους– δεν είναι τυχαίο.

Ο Καρτερός δεν άλλαξε. Αλλαξε η δημόσια σφαίρα. Στο Ιντερνετ ο αντίπαλος δεν είναι ορατός. Το Μέσο –που ζει επειδή ξέρει να αλιεύει την προσοχή του χρήστη, πατώντας τα ψυχικά κουμπιά του– ευνοεί την τερατοποίηση του αντιπάλου. Ευνοεί το «ή εμείς ή αυτοί». Ο φανατικός δεν άλλαξε. Εξοπλίστηκε όμως με έναν αλγόριθμο ασύμμετρης μετάδοσης του φανατισμού του.

Εχουν δίκιο όσοι λένε ότι η εξουσία που εκπροσωπεί ο Καρτερός δεν κατάφερε να εκπληρώσει τις καθεστωτικές ροπές της. Δεν κατάφερε να επιβάλει ως πολιτικό μονοπώλιο τον ιδεασμό της ότι διαθέτει όντως μονοπώλιο ηθικότητας και δημοκρατικότητας. Ομως οι νέες δομές της επικοινωνίας θα είναι εδώ και μετά τις εκλογές. Τα ψηφιακά μπούνκερ θα χάσκουν και μετά τον ΣΥΡΙΖΑ.

Κώστας Αξελός: Νωθρότητα και θέρμη

Δ​​εν το θυμάται πια σχεδόν κανείς. Το κάλυψε η ηχορρύπανση που ακολούθησε. Ομως, η ομιλία του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ –η ίδια εκείνη ομιλία στην οποία κάποιοι ανακάλυψαν στοιχεία «φασιστικά»– έκλεινε με μια αναφορά στον Κώστα Αξελό. Η αναφορά δεν ήταν, βέβαια, τυχαία. Λέγεται ότι καταβλήθηκε πολλή μέριμνα ώστε η ομιλία να υπερβαίνει τον καβγά με τον ΣΥΡΙΖΑ και τις διαχωριστικές γραμμές που ο τελευταίος προσπαθεί να επιβάλει.

Το χωρίο που χρησιμοποίησε ο Μητσοτάκης είναι από ένα κείμενο που έγραψε ο φιλόσοφος περίπου δέκα χρόνια μετά την «απόδρασή» του από την Ελλάδα του Εμφυλίου· δέκα χρόνια μετά τη χειραφέτησή του από αυτό που ο ίδιος περιέγραφε αργότερα ως «τριπλή ασφυξία»: Ασφυξία που του προκαλούσε η μεγαλοαστική Ελλάδα, από την οποία προερχόταν· η μικροαστική ηθική, από την οποία περιβαλλόταν· και το κομμουνιστικό κίνημα, στις γραμμές του οποίου είχε υποβάλει την πρώτη του νεότητα.

Τον Ιούλιο του 1954, δέκα χρόνια μετά την επιβίβασή του στο πλοίο «Ματαρόα», μαζί με δεκάδες άλλους κυνηγημένους αριστερούς της γενιάς του, ο Αξελός ένιωσε την ανάγκη να φανταστεί τη «Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας». Ο λογογράφος του Μητσοτάκη διάλεξε, φυσικά, την πιο ρόδινη φράση: Η Ελλάδα περιγράφεται ως «μια χώρα εξαίσιας ωραιότητας (...) που συνθέτει ένα σύνολο με ανήκουστες δυνατότητες που δεν περιμένουν παρά την εκπλήρωσή τους». Στο ίδιο κείμενο υπάρχουν και διαπιστώσεις που, παρότι ακατάλληλες για συνθηματολογική χρήση, διατηρούν αγρίως την επικαιρότητά τους: Η Ελλάδα του Αξελού είναι επίσης «μια χώρα (αρχαίων) ερειπίων πάνω στην οποία τόσο δύσκολα ξεφυτρώνουν τα εργοστάσια». Ενας τόπος του οποίου οι κάτοικοι «δεν κατάφεραν να εναρμονίσουν τη σχέση μεταξύ του προσωπικού και του δημόσιου»· όπου επικρατεί «ο ναρκισσισμός της νωθρής ιδιαιτερότητας». Αλλά και μια χώρα όπου «γίνεται έκδηλη η ύπαρξη μιας μεγάλης ανθρώπινης θέρμης».

Τα λόγια αυτά, προερχόμενα από έναν εμιγκρέ του πνεύματος που δεν επέστρεψε ποτέ –έναν φυγά όμοιο με τους αποδήμους της νέας διασποράς– αντηχούν σήμερα σαν προειδοποίηση. Κανένα πρόγραμμα δεν μπορεί να πείσει αυτούς που έφυγαν να παλιννοστήσουν, όσο η «ανθρώπινη θέρμη». Μόνο το ψυχικό κίνητρο της επανένωσής τους με τους ανθρώπους που άφησαν θα ήταν ίσως ικανό να νικήσει τους φόβους τους για την «αδιόρθωτη» χώρα που τους εξόρισε. Για να λειτουργήσει ένα τέτοιο κίνητρο, δεν αρκούν οι εκκλήσεις της μαμάς από το skype. Η «θέρμη» χρειάζεται και την επαγγελία της πολιτικής αλλαγής – ένα μείγμα πατριωτικού ρομαντισμού και πραγματισμού. Χρειάζεται μια πολιτική γλώσσα που μπορεί να αρθρώσει και τα δύο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ