Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Το κλαδί που δεν έπεσε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το μεσημέρι της Τετάρτης, καθώς ο άνεμος μαστίγωνε τις γειτονιές, τις τέντες και τα δέντρα της Αθήνας, ένα κλαδί κόπηκε από ένα γέρικο πεύκο του Εθνικού Κήπου και έπεσε από ύψος περίπου οκτώ μέτρων στο έδαφος, τη στιγμή που από το συγκεκριμένο σημείο περνούσε ένας 44χρονος ελαιχρωματιστής από την Ηλιούπολη με τον 6χρονο γιο του. Ο 44χρονος είχε φύγει από τη δουλειά για να πάρει το μικρό Ηλία από το σχολείο. Ο Ηλίας είδε διαμαρτυρηθεί ότι δεν ένιωθε καλά αλλά, επιστρέφοντας στο σπίτι, έκαναν μια μικρή παράκαμψη για να δουν τις χελώνες στη μικρή λίμνη του Κήπου, καθώς ο Ηλίας, σαν από θαύμα, μόλις έφυγε από το σχολείο ένιωσε αμέσως καλύτερα.

Το κλαδί, που είχε βάρος περίπου 80 κιλά, πέτυχε τον 44χρονο ελαιοχρωματιστή στον δεξί ώμο προκαλώντας εκδορές στο χέρι και τα πλευρά. Πέτυχε τον Ηλία στον αυχένα. Ο εξάχρονος και ο πατέρας του διαμετακομίστηκαν άμεσα στον Ευαγγελισμό, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του μικρού αγοριού.

Μόλις έγινε γνωστό το περιστατικό ξεκίνησε η κατακραυγή στα media, στα social media, στις συζητήσεις και στις αναρτήσεις. Άλλοι καταδίκασαν το ανίκανο κράτος, άλλοι τις ελλείψεις σε προσωπικό, τις περικοπές, τα μνημόνια, την ανύπαρκτη μέριμνα, τον ανεπαρκή στρατηγικό σχεδιασμό, την κυβέρνηση, το Δήμο, την Περιφέρεια, τα σχολεία. Άλλλοι καταδίκασαν τον αέρα και την αντιπολίτευση. Μπορεί να τα παρακολουθήσατε όλα αυτά. Μπορεί και να συμμετείχατε σε άλλη μια συζήτηση για την ανεπάρκεια και την αδυναμία της κοινωνίας μας να προστατεύσει τα μέλη της.

Ή μπορεί και όχι.

Μάλλον όχι.

Επειδή τίποτε από τα παραπάνω δεν συνέβη.

Στην πραγματικότητα, τίποτε από τα παραπάνω δεν θα μπορούσε να συμβεί, επειδή αν κάποιος προσπαθούσε το μεσημέρι της Τετάρτης να μπει στον Εθνικό Κήπο θα έβρισκε τις πόρτες κλειστές και μια κόλλα Α4 που έγραφε "Σήμερα ο Εθνικός Κήπος θα κλείσει (sic) εξαιτίας ισχυρών ριπών ανέμου". 

Θέλω να σας επισημάνω το εξής: Όταν ο τάδε αρμόδιος εκτύπωσε την κόλλα Α4 και την κόλλησε στην πόρτα περνώντας το λουκέτο, έσωσε τη ζωή του μικρού Ηλία που θα περνούσε μέσα από τον Εθνικό Κήπο και θα σκοτωνόταν. Ή όχι. Μπορεί να μην έπεσε κανένα κλαδί την Τετάρτη, μπορεί και να έπεφτε να μην χτυπούσε κανέναν, αλλά πάντως οι κανόνες που υπήρχαν για τέτοιες περιπτώσεις ακολουθήθηκαν, ο κίνδυνος ελαχιστοποιήθηκε, οι πιθανότητες ατυχήματος εκμηδενίστηκαν, και το πολύ σημαντικό είναι ότι κανένα πρωτοσέλιδο, καμία εκπομπή και κανένα φλογερό status update δεν γράφτηκε γι’ αυτό. Φανταστείτε το: “6χρονος δεν σκοτώθηκε στον Εθνικό Κήπο καθώς οι αρμόδοι είχαν αποκλείσει εγκαίρως την πρόσβαση. Χαρούμενη δηλώνει η οικογένεια, έτοιμος να επιστρέψει στο σχολείο του μόλις νιώσει καλύτερα δηλώνει ο μικρός Ηλίας. Για μια ακόμη φορά, η αρμόδια υπάλληλος του Δήμου Σοφία Μπούκουρα, που έπραξε το καθήκον της ακολουθώντας τον λεπτομερή στρατηγικό σχεδιασμό, αρνήθηκε να κάνει δηλώσεις”.  Είναι είδηση αυτό; Έχετε δει ποτέ κάτι τέτοιο γραμμένο; Όχι. Δυστυχώς.

Οπότε έχουμε ένα προφανές πρόβλημα, και μάλιστα διπλό: είναι πρόβλημα της πολιτικής και είναι και πρόβλημα της δημοσιογραφίας. Και στη δική μας και σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες υπάρχει ένα πρόβλημα απορρύθμισης των πολιτικών κινήτρων, κάτι που, αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι και η βάση για πολλά άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Για να κάνουν κάτι οι άνθρωποι που αποφασίζουν πρέπει να έχουν κάποιον λόγο, κάποιο κίνητρο. Τα κίνητρα θα έπρεπε να είναι τέτοια ώστε να τους ωθούν να κάνουν πράγματα που είναι καλά, που βοηθούν τους πολίτες, που κάνουν την κοινωνία ασφαλέστερη και καλύτερη. Με τον τρόπο που είναι δομημένη η διάχυση πληροφορίας και η πολιτική διαδικασία, όμως, ο άνθρωπος που είναι αρμόδιος να κλείσει τον Εθνικό Κήπο (ή να βάλει σε λειτουργία τον Ευρωπαϊκό Αριθμό Έκτακτης Ανάγκης 112, ή να απαγορεύσει το χτίσιμο σε δασικές εκτάσεις, ή να στήσει προγράμματα εκπαίδευσης για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών) δεν έχει κανένα επιπλέον κίνητρο πέρα από την δεδομένη και αυτονόητη αίσθηση καθήκοντος. Δεν θα ωφεληθεί στην καριέρα του (γιατί δεν υπάρχει τέτοια δομή αξιολόγησης), δεν θα κερδίσει καμία αναγνώριση πέραν μιας εντελώς προσωπικής ικανοποίησης. Η οποία, βέβαια, σε έναν ιδανικό κόσμο θα έπρεπε να είναι αρκετή, αλλά στον πραγματικό κόσμο και για τα πραγματικά, ατελή ανθρώπινα όντα θα έπρεπε να συνοδεύεται και από κάποιας μορφής αξιολόγηση, από μια δομή παροχής κινήτρων. Εφόσον, τουλάχιστο, οι κοινωνίες θεωρούν τέτοια πράγματα σημαντικά και ωφέλιμα για το κοινό καλό.

Τέτοια αξιολόγηση θα υπήρχε αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος, ας πούμε, δεν έκλεινε τον Εθνικό Κήπο αλλά πήγαινε και στεκόταν κάτω από το δέντρο και, την κρίσιμη στιγμή, έσπρωχνε το μικρό Ηλία για να μην πέσει απάνω του το κλαδί. Κι εκεί η αξιολόγηση και η αναγνώριση θα αυξάνονταν εκθετικά αν τη σκηνή κατέγραφε μια κάμερα. Αλλά αν απλώς κάνει τη δουλειά του, δεν έχει να περιμένει τίποτε περισσότερο από έναν ελαφρύ ύπνο το βράδυ. Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν υπάρχει αντίστοιχη δομή επιβράβευσης ούτε σε ανώτερο επίπεδο της δημόσιας διοίκησης. Ο Υπουργός που θα όφειλε να σχεδιάσει ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα που θα προσφέρει στους σημερινούς μαθητές τα εφόδια που θα χρειαστούν το 2030 (όταν ο Υπουργός θα είναι απόμαχος και, πιθανότατα, κανείς δεν θα τον θυμάται), δεν έχει κανένα κίνητρο να το κάνει. Αντίθετα, έχει πολύ μεγάλο κίνητρο να σχεδιάσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα εξυπηρετεί τους 160.000 εκπαιδευτικούς/ψηφοφόρους σήμερα.

Ο τρόπος που καταναλώνουμε ειδήσεις, βεβαίως, έχει μεγάλη ευθύνη. Το τι είναι “είδηση”, το πώς είναι στημένο το σύστημα παραγωγής και διάχυσης “ειδήσεων”, το πώς τις προσλαμβάνουμε ως μοναδική πληροφορία ερμηνείας του κόσμου, και το τι συνέπειες έχει αυτό στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και στο πώς μιλάμε εμείς οι ίδιοι είναι ένα τεράστιο θέμα που χωράει μεγάλη ανάλυση. Πρόκειται για ένα σύστημα διαχείρισης της πληροφορίας και του λόγου που έχει ρίζες στον προ-προηγούμενο αιώνα και εδράζει την ισχύ του στον ίδιο τον ανθρώπινο εγκέφαλο και τις ορμονικές του ανάγκες. Αλλαγές, παρεμβάσεις και λύσεις σ’ αυτό το σύστημα είναι πολύ δύσκολες.

Το σίγουρο όμως είναι ότι θα έπρεπε να μπορούμε να δίνουμε κίνητρα σε ανθρώπους που έχουν τέτοιες ευθύνες για να κάνουν τη δουλειά τους όσο καλύτερα μπορούν, να τους ενθαρρύνουμε, να τους εμπνέουμε και να τους ωθούμε, και τέτοιες δομές παροχής κινήτρων στη δική μας κοινωνία δεν υπάρχουν. Και έτσι καταλήγουμε να εξαρτώμαστε από την υπευθυνότητα και τον επαγγελματισμό του καθενός, που σε πολλές περιπτώσεις αρκεί αλλά, όπως αποδεικνύεται, σε οδυνηρά πολλές άλλες δεν φτάνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ