ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακή νούμερο 800

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Το ημερολόγιο έδειχνε 1η Ιουνίου 2003. Ένα νέο περιοδικό έκανε την εμφάνισή του, που δεν είναι άλλο από αυτό που κρατάτε στα χέρια σας. Δεκαπέντε χρόνια μετά ή 799 Κυριακές μετά, αν θέλετε, το «Κ» συμπληρώνει σήμερα 800 τεύχη. 

Δεκαπέντε χρόνια δεν είναι πολλά, σκέφτομαι, αλλά πήγαινε να το πεις σε έναν άνθρωπο που φτιάχνει εβδομαδιαία περιοδικά. Στον χωροχρόνο μιας εφημερίδας ο ρυθμός του κόσμου αλλάζει, πυκνώνει και εξαερώνεται, αυτό που ονειρεύτηκες χθες και γεννιέται σήμερα είναι καταδικασμένο να σβήσει μέσα σε λίγες μέρες, όταν το επόμενο τεύχος οδηγηθεί στο τυπογραφείο ή τη στιγμή που ο ευσυνείδητος νοικοκύρης του σπιτιού αποφασίσει να «σκοτώσει» τη συσσωρευμένη έντυπη οικιακή μάζα στον πιο κοντινό κάδο ανακύκλωσης.

Όντως, δεκαπέντε χρόνια δεν είναι πολλά, αλλά προσπαθήστε να θυμηθείτε τη ζωή σας το 2003. Μια ζωή στους ρυθμούς της χιτσκοκικής προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που έρχονταν το επόμενο καλοκαίρι, εντελώς ανυποψίαστοι για οποιαδήποτε ρωγμή στο σενάριο της ισχυρής οικονομίας. Το ευρώ ήταν κάτι σχετικά καινούργιο, ακόμα κάναμε τους υπολογισμούς μας με σημείο αναφοράς τη δραχμή, που είχε αποσυρθεί οριστικά 12 μήνες νωρίτερα. Και φυσικά μια ζωή χωρίς τη σημερινή, καταιγιστική παρουσία του Ίντερνετ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μια ζωή χωρίς Facebook, Instagram και Twitter. Τα παιδιά που αρχίζουν σε λίγες ημέρες την ακαδημαϊκή τους ζωή δεν θυμούνται αυτόν τον «παμπάλαιο» κόσμο του 2003, δεν αγόρασαν ποτέ κάτι με δραχμές, δεν διανοούνται έστω και μία μέρα χωρίς τα social media. 

Πάντως, σε αυτόν τον κόσμο γεννήθηκε το «Κ», μια εποχή που οι εφημερίδες και τα περιοδικά κυριαρχούσαν απόλυτα στον τομέα της ενημέρωσης. Οι Κυριακές μας ήταν αυτονόητα συνδεδεμένες με τη συνήθεια της εφημερίδας. Πολλοί από μας δεν χορταίναμε τόσο εύκολα· το θέαμα με τις μπλε σακούλες των περιπτέρων που έκλειναν μέσα τους δύο ή και τρεις διαφορετικές κυριακάτικες εκδόσεις δεν ήταν καθόλου σπάνιο. 

Τώρα αυτές οι Κυριακές πέταξαν, μαζί με την ξεθυμασμένη αθωότητα ενός αιωνίως εξιδανικευμένου παρελθόντος. Τώρα δεν είναι οι ξεπουπουλιασμένες εφημερίδες απλωμένες πάνω στα τραπέζια των συνοικιακών καφέ που δίνουν τον τόνο. Είναι οι μικρόκοσμοι των smartphones που μας βουλιάζουν στο «μέσα» μας και την ίδια στιγμή μάς διακτινίζουν σε πολλά ταυτόχρονα σύμπαντα, το παράδοξο του «υπερσυνδεδεμένου» μας εαυτού. 

Κι αν όλα πρόλαβαν να αλλάξουν τόσο πολύ μέσα σε 15 χρόνια, τι έχει να πει μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό στο παραζαλισμένο πλήθος που καταναλώνει καθημερινά εκατοντάδες εικόνες, εκατοντάδες σχόλια και κείμενα; Ως δημοσιογράφος, δυσκολεύομαι να φανταστώ τις Κυριακές χωρίς εφημερίδες. Δεν είναι (θέλω να πιστεύω) ούτε από επαγγελματική διαστροφή ούτε η τελευταία (συναισθηματική) άμυνα σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα που δεν τον προλαβαίνουμε.

Περισσότερο μου αρέσει η ιδέα της επιλογής: αν οι Κυριακές μας προσφέρονται για να τις αξιοποιήσουμε κατά βούληση, η εφημερίδα και το περιοδικό είναι στοιχεία μιας κυριακάτικης ιεροτελεστίας, η οποία αισθάνομαι ότι με συνδέει με έναν παλαιότερο κόσμο, ενώ ταυτόχρονα με κρατάει σε επαφή με το «σήμερα». Το ίδιο προσπαθούμε να κάνουμε κι εμείς εδώ στο «Κ», κάθε εβδομάδα, τεύχος με το τεύχος. Ραντεβού την άλλη Κυριακή. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ