ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Για δύο δεκαετίες, καθηγητής πανεπιστημίου στη Βόρεια Ελλάδα έκοβε τις μαθήτριες στο μάθημά του και τους ζητούσε σεξ ή χρήμα για να τις περάσει. Βρέθηκαν πάνω από 300.000 στους λογαριασμούς του. Γίνονταν καταγγελίες στο πανεπιστήμιο, οι οποίες όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Και φτάσαμε στο 2018 για να τον πιάσει η Αστυνομία. Το πιο πιθανό για εμένα ήταν ότι τόσα χρόνια δεν πήγε καμία ή κανένας να τον καταγγείλει. Με 300+ χιλιάρικα στην άκρη, ο καθηγητής πρέπει να εκβίασε γύρω στους χίλιους φοιτητές. Χίλιοι φοιτητές και μίλησαν οι 2 στηνΑστυνομία το 2018. Γι’ αυτό είναι δουλειά της Αστυνομίας, των πολιτών, της κοινωνίας και όλων μας, το έγκλημα να μη μένει κάτω απ’ το χαλάκι, αλλά να αναδεικνύεται».

Πέρασε πλέον ένας χρόνος ύστερα από την πυροδότηση του παγκόσμιου κινήματος #MeToo και αυτά σημείωσε, χθες, ο Φωτεινός Παγιαύλας, αντιπρόσωπος από την Ενωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών στην ΠΟΑΣΥ. Κάτι παρόμοιο εννοούσε την περασμένη εβδομάδα και η Ξένια Κουναλάκη, γράφοντας το εξής στις σελίδες της «Κ»: «Είναι εξοργιστικό να διαμαρτύρονται για τις υπερβολές του κινήματος ντόπιοι σχολιαστές. Απ’ όταν ξεκίνησε το #MeToo, ούτε μια δημόσια καταγγελία δεν υπήρξε στην Ελλάδα» («Εν αναμονή της πρώτης», 27/9/2018).

Είναι γεγονός πως πολλές φορές οι κατηγορίες των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης αναφέρονται στο παρελθόν – όπως αντίστοιχα είναι γεγονός πως η τοξική μάστιγα της σεξουαλικής βίας ήταν για χρόνια ένα φαινόμενο κανονικοποιημένο, τυλιγμένο σε επιχειρήματα περί μέθης και νεανικής ανοησίας. Ωστόσο, η ευθύνη μιας κοινωνίας που προχωρά και εκσυγχρονίζεται είναι να αντιμετωπίζει τα λάθη του παρελθόντος και όχι να τα υποτιμά, να τα υπερασπίζεται και να τα καλύπτει, με δικαιολογία το πέρασμα του χρόνου. Υπάρχουν δύο πιθανές αντιδράσεις στις δεκάδες μαρτυρίες θυμάτων που βγαίνουν και διηγούνται με γενναιότητα περιστατικά που συνέβησαν πριν από δεκαετίες. Το ένα μονοπάτι το χάραξε ήδη ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνοντας στο Twitter πως οι κατηγορίες της Κριστίν Φορντ έναντι του δικαστή Κάβανο είναι ψευδείς και ανίσχυρες, γιατί «δεν είχε ήδη καταθέσει εδώ και χρόνια».

Οπως τα είπαν οι ίδιες

Η άλλη αντίδραση είναι να αφουγκραστούμε τις σκέψεις, αντιδράσεις και ιστορίες των ίδιων των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης που πατώντας πάνω στην πλατφόρμα ενός κινήματος βγαίνουν πλέον δημοσίως να μοιραστούν τις ιστορίες τους. Απαντούν από μόνες τους σε όλα τα επιχειρήματα περί «αργοπορίας» με τρόπο αφοπλιστικό. Ακολουθούν οι προσωπικές ιστορίες της αθλήτριας Αντρέα Κονστάντ που ενοχοποιούν τον Μπιλ Κόσμπι (από αφήγησή της στους New York Times), της καθηγήτριας Κριστίν Φορντ που ενοχοποιεί τον υποψήφιο δικαστή για το Ανώτατο Δικαστήριο Μπρετ Κάβανο (από κείμενο της Μόιρα Ντόνεγκαν στον New Yorker) και της Αλίσα Μιλάνο, πρωτεργάτριας του #MeToo (από προσωπική επιστολή στο Vox).

Αντρεα Κονστάντ: Πρέπει να καταλάβετε ποια ήμουν πριν


Η Αντρεα Κονστάντ προσέρχεται στη δεύτερη ημέρα κατάθεσης στη δίκη του Μπιλ Κόσμπι, στις 6 Ιουνίου 2017.

«Για να κατανοήσει κανείς εις βάθος την επίδραση που είχε η σεξουαλική κακοποίηση στη ζωή μου, πρέπει να καταλάβει το ποια ήμουν πριν συμβεί το περιστατικό, πριν ο κόσμος με γνωρίσει ως θύμα. Hμουν μια 30χρονη γυναίκα, διακεκριμένη αθλήτρια, δυνατή και μυώδης, με άπταιστα αντανακλαστικά, ευκινησία και ταχύτητα. Hμουν μία από τις κορυφαίες γυναίκες του μπάσκετ με καταγωγή από τον Καναδά. Ωστόσο, όταν ο άνδρας –που μέχρι τότε θεωρούσα μέντορα και στενό φίλο μου– με νάρκωσε και με κακοποίησε σεξουαλικά, ήμουν παράλυτη και εντελώς αβοήθητη, ανήμπορη να κουνήσω το σώμα μου ή ακόμη και να μιλήσω. Hμουν ευάλωτη, ανίσχυρη και πλήρως ανίκανη να προστατέψω τον εαυτό μου.

Μετά την επίθεση, δεν μπορούσα καν να είμαι σίγουρη για το τι συνέβη πραγματικά. Μόνη σιγουριά ήταν ο πόνος. Η ντροπή που ένιωθα με είχε γονατίσει. Η αμφιβολία και η σύγχυση με απέτρεψαν από το να απευθυνθώ στην οικογένεια και τους φίλους μου, αφού δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν, ούτε τον ίδιο μου τον εαυτό. Για λίγες εβδομάδες κατάφερα να προχωρήσω εστιάζοντας στους αγώνες, όμως, όταν επέστρεψα στο γραφείο μπάσκετ του πανεπιστημίου και συναναστράφηκα με τον κ. Κόσμπι, ο οποίος ήταν στο διοικητικό συμβούλιο, με κυρίευσε ο φόβος. Ο ήχος της φωνής του, έστω και μέσω του τηλεφώνου, ήταν σαν μαχαίρι που καρφωνόταν αλλεπάλληλα στα σπλάγχνα μου. Ακόμη και στο σπίτι των γονιών μου, όπου έμενα προσωρινά, δεν μπορούσα να μιλήσω, να φάω, να κοιμηθώ ή να κοινωνικοποιηθώ. Η θρυλική μου αχόρταγη όρεξη είχε χαθεί, και με κάθε εβδομάδα που περνούσε έμοιαζα όλο και περισσότερο με σκιάχτρο, με φάντασμα. Περιέργως όμως, η χειρότερη περίοδος ήρθε αφότου αποφάσισα να μιλήσω ανοικτά για το περιστατικό. Oταν ο νομάρχης του Montgomery αποφάσισε να μην ασκήσει δίωξη λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, έμεινα δίχως καμία αίσθηση δικαιοσύνης. Αφού προχώρησα με κατηγορίες στο αστικό δικαστήριο, η απάντηση της νομικής ομάδας του Κόσμπι ήταν άμεση και εξαγριωμένη. Στόχευσε στο να με φοβίσει, και τα κατάφερε. Ο ψυχολογικός, συναισθηματικός και οικονομικός εκφοβισμός περιελάμβανε μια συκοφαντική εκστρατεία στα ΜΜΕ που κλόνισε όλη την οικογένειά μου. Με χαρακτήρισαν παθολογική ψεύτρα, επαγγελματία ηθοποιό, χρυσοθήρα. Ολα αυτά με έκαναν να νιώθω ακόμη πιο ντροπιασμένη και αβοήθητη και ακόμη και σήμερα βιώνω ανυπέρβλητο άγχος από αυτή την περίοδο».

Κριστίν Φορντ, εκείνη που προτίμησε να πει η ίδια την ιστορία της


Η Κριστίν Μπλέιζι Φορντ ορκίζεται στην επιτροπή του Κογκρέσου για την υπόθεση Κάβανο, στις 27 Σεπτεμβρίου 2018.

Οταν η Κριστίν Μπλέιζι Φορντ έγραψε πρώτη φορά μια επιστολή προς τη γερουσιαστή Νταϊάν Φάινσταϊν της Καλιφόρνιας, περιγράφοντας ένα περιστατικό σε ένα πάρτι όταν ήταν ακόμη μαθήτρια, ζήτησε να γίνει σεβαστή η ανωνυμία της. Στην επιστολή της, η Φορντ ισχυρίζεται πως ο υποψήφιος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μπρετ Κάβανο, την ανάγκασε με βία να ξαπλώσει σε ένα κρεβάτι και ενώ γελούσε μανιακά προσπάθησε να της αφαιρέσει τα ρούχα, καλύπτοντας το στόμα της με το χέρι του όσο αυτή ούρλιαζε. Η ιστορία της έχει εντυπωσιακές ομοιότητες με δεκάδες άλλες ιστορίες που αναδύθηκαν στο πλαίσιο του κινήματος #MeToo και περιέχουν μια παρόμοια εξίσωση: σεξουαλική βία, αλκοόλ, νεαρές ηλικίες, άνιση σωματική δύναμη. Μετά τη δημοσίευση της ιστορίας της Φορντ, ο Κάβανο αρνήθηκε τους ισχυρισμούς με μία κοφτή δήλωση: «Πρόκειται φυσικά για ψέματα».

Η Φορντ παραδέχθηκε σε δημοσίευμα της Washington Post πως την απασχόλησε πολλές μέρες το ερώτημα αν πρέπει να μοιραστεί δημοσίως την ιστορία της, από τότε που ο Κάβανο εξασφάλισε την υποψηφιότητά του για τη θέση του ανώτατου δικαστή τον Ιούλιο. Η γερουσιαστής Φάινσταϊν, με τη σειρά της, δήλωσε πως δίστασε να μοιραστεί την επιστολή με τη δικαστική επιτροπή της Γερουσίας, έπειτα από την επανειλημμένη παράκληση της Φορντ να διατηρήσει την ανωνυμία της. Η Φορντ αποφάσισε, τελικά, να βγει στο προσκήνιο αργότερα – αφού πρώτα δεκάδες ερευνητές και δημοσιογράφοι είχαν ήδη εμφανιστεί έξω από το σπίτι της ή καλούσαν συναδέλφους της στη δουλειά για να ζητήσουν κάποιο σχόλιο. Βγήκε, ίσως διότι φοβόταν ότι το όνομά της κάποια στιγμή θα δημοσιευόταν και προτιμούσε να πει η ίδια την ιστορία της και όχι κάποιος άλλος.

Οι τελευταίες ημέρες δικαιώνουν τον δισταγμό της Φορντ να βγει ανοιχτά και να μοιραστεί την ιστορία της. Δευτερόλεπτα αφού δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το όνομά της, ο δικηγόρος της αναφέρει πως έλαβε δεκάδες βίαιες απειλές. Είδε τον εαυτό της να χλευάζεται πολλές φορές στην τηλεόραση και μέχρι και ο πρόεδρος της χώρας της την αποκάλεσε ψεύτρα. «Απ’ ό,τι γνωρίζω, σου μένουν μόνον έξι μήνες ζωής, αηδιαστική, λασπώδη γυναίκα!», αναφέρει ένα απλό δείγμα μηνύματος αγνώστου.

Η Κριστίν Φορντ, μαζί με τα παιδιά της, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της και έχει πλέον μισθώσει ιδιωτική ασφάλεια. Από τότε που δημοσιεύθηκε το όνομά της, ζει ουσιαστικά στη σκιά.

Αλίσα Μιλάνο: Για καιρό, η δικαιοσύνη δεν ήταν επιλογή


Η ηθοποιός και ακτιβίστρια Αλίσα Μιλάνο μιλάει σε συγκέντρωση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην Ουάσιγκτον, στις 6 Ιουνίου 2018.

«Οταν κακοποιήθηκα σεξουαλικά, δεν ήμουν πολύ μεγαλύτερη σε ηλικία από την Κριστίν Φορντ, όταν της συνέβη και εκείνης κάτι αντίστοιχο. Βρέθηκα στην αίθουσα της ανάκρισης του Κάβανο και παρακολούθησα τρομοκρατημένη πολιτικούς και ειδήμονες να αρνούνται να την πιστέψουν και να λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τους ισχυρισμούς της. Το πρωί της Παρασκευής, είδα την ανάρτηση του προέδρου Τραμπ στο Twitter, όπου δήλωσε πως αν η Φορντ έλεγε την αλήθεια θα έπρεπε να είχε καταθέσει πριν από χρόνια. Η δήλωση αυτή με άφησε συντετριμμένη.

Πέρασαν χρόνια μετά τον βιασμό μου για να καταφέρω να μιλήσω για την εμπειρία ακόμη και στους πιο στενούς μου φίλους. Χρειάστηκαν τρεις δεκαετίες για να αποβάλω την ντροπή και να πω στους γονείς μου τι είχε συμβεί. Πράγματι, δεν υπέβαλα καμία κατάθεση στην αστυνομία, και δεν είπα ποτέ τίποτα σε κανέναν αξιωματούχο. Δεν προσπάθησα να βρω δικαιοσύνη για τον πόνο μου, επειδή η δικαιοσύνη δεν ήταν καν επιλογή.

Τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων συχνά δεν αναφέρουν τα περιστατικά επειδή γνωρίζουν πολύ καλά πως οι ιστορίες μας σπάνια λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψιν. Μέχρι πρότινος, όσον αφορά ζητήματα σεξουαλικής κακομεταχείρισης, το αμερικανικό δικαστικό σύστημα υπήρξε τελείως σαθρό. Σήμερα, βλέπουμε τους χειρότερους εφιάλτες μας να γίνονται πραγματικότητα, παρακολουθώντας την ομοβροντία απειλών, δυσπιστίας και μίσους που δέχεται η Φορντ, απλώς και μόνο επειδή βρήκε το θάρρος να μιλήσει για την εμπειρία της. Για μένα, το να μιλήσω για το περιστατικό σήμαινε πως έπρεπε να αναβιώσω μία από τις χειρότερες στιγμές της ζωής μου. Σήμαινε πως έπρεπε να αναγνωρίσω την ύπαρξη του βιαστή μου, όταν το μόνο πράγμα που επιθυμούσα ήταν να ξεχάσω πως περπατάει στην ίδια γη που βαδίζω και εγώ. Είναι μια άμυνα που κάθε επιζήσας βιασμού βιώνει. Η αφήγηση των ιστοριών μας σημαίνει πως γινόμαστε αυτόματα ευάλωτοι, θύματα δημόσιων επιθέσεων και γελοιοποίησης, όταν το μόνο μας “έγκλημα” είναι το ότι υπήρξαμε κάποτε θύματα.

Η Κριστίν, εγώ –και όποιος βγαίνει με θάρρος να μιλήσει για περιστατικά σεξουαλικής βίας– δεν είμαστε μόνοι. Ενα στα τέσσερα κορίτσια και ένα στα έξι αγόρια κακοποιούνται σεξουαλικά πριν κλείσουν τα 18 τους χρόνια. Αυτή είναι η πραγματικότητα για τους επιζώντες σεξουαλικής κακοποίησης: το ταξίδι μας ξεκινά με φόβο και, για πολλούς από εμάς, συνεχίζει με φόβο για το υπόλοιπο της ζωής μας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ