Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αλέκος Φλαμπουράρης: Φλομπέρ και συνεργάτες

​​Ακούγεται σαν τρολιά, αλλά δεν είναι. Σύμφωνα με αξιόπιστους μάρτυρες, η πιο ψύχραιμη φωνή που ακούστηκε από το Μαξίμου, τη μαύρη –για τις τράπεζες– Τετάρτη, ήταν του Aλέκου Φλαμπουράρη.

Εντάξει, σε ορισμένες φωνές δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις την ψυχραιμία από τη χαλαρότητα – την ενσυνείδητη ηρεμία από τη μακάρια αταραξία. Εκείνο που σίγουρα είναι εύκολο είναι να χρεώσεις τον κλυδωνισμό της ελληνικής οικονομίας σε ένα μόνο πρόσωπο.

Ο Φλαμπουράρης, που ανέβηκε πολύ ώριμος στο κέντρο της πολιτικής σκηνής για να επιδέχεται επικοινωνιακή επιτήδευση, προσφέρεται ως εργαλείο τέτοιας υπεραπλούστευσης. Προσφέρεται για να καμουφλάρει κανείς μια πραγματική κρίση με ένα καρτούν – με έναν επόπτη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του οποίου η μόνη εξοικείωση με το σύστημα που εποπτεύει είναι η γενική «πολιτική πείρα»· είναι ότι έχει ρουφήξει τη ζωή με το καλαμάκι.

Η αλήθεια όμως είναι ότι πολύ προτού ο πρωθυπουργός αποφασίσει να αποσπάσει την αρμοδιότητα των τραπεζών από τον έναν «θείο» του Μαξίμου για να την παραδώσει στον άλλον –από τον Δραγασάκη στον Φλαμπουράρη– είχαν ήδη διαμορφωθεί οι συνθήκες για αυτό που εκτυλίχθηκε στο Χρηματιστήριο. Αυτό που η κυβέρνηση παρουσίασε ως «επίθεση» δεν οφειλόταν ούτε στις τράπεζες –των οποίων οι εκκρεμότητες λογίζονταν μέχρι προχθές «δρομολογημένες»– ούτε στην πάγια επιθετικότητα των «κερδοσκόπων». Δεν έφταιγε η επίθεση, αλλά η έλλειψη άμυνας της ελληνικής οικονομίας.

Τα τελευταία εικοσιτετράωρα επιβεβαιώνουν εκείνους που έλεγαν ότι η έξοδος από τα μνημόνια, με τους προεκλογικούς όρους που την επεδίωκε η κυβέρνηση, θα εξέθετε τη χώρα στα κριτήρια των αγορών, που είναι πάντα πολύ πιο ωμά και ακανόνιστα από τα κριτήρια των εταίρων. Γι’ αυτόν τον κίνδυνο –όπως αποτυπώνεται ήδη στο κόστος δανεισμού της Ελλάδας, της μόνης που δείχνει τόσο ευάλωτη στη δίδυμη αστάθεια Ιταλίας και Τουρκίας– δεν ευθύνεται μόνο η φλαμπουράρεια αμεριμνησία της κυβέρνησης. Ευθύνονται και οι ίδιοι οι εταίροι, που ήταν σε θέση να αποτρέψουν τη «ζαριά» της ακάλυπτης εξόδου.

Οι εταίροι ευθύνονται και για την επιδείνωση της ελληνικής αφερεγγυότητας. Εκείνοι που επί τόσους μήνες ύφαιναν το αφήγημα ότι οι ανειλημμένες δεσμεύσεις δεν πρέπει να αθετηθούν, για να μη σταλεί το λάθος μήνυμα στις αγορές, τώρα εμφανίζονται έτοιμοι να συμφωνήσουν σε άρση τους. Εκείνοι που δραματοποίησαν τα δήθεν εχέγγυα αξιοπιστίας, που εξέθρεψαν τις ιερές αγελάδες, τώρα ετοιμάζονται να τις σφάξουν. Θα ήταν όντως πιο απλό αν έφταιγε μόνο ο Φλαμπουράρης.

Τζώρτζης Κουτσολιούτσος: Made in Greece

Ο​​ταν, πριν από ακριβώς τρία χρόνια, το σκάνδαλο των ρύπων άρχισε να ρυπαίνει τη φήμη της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, το σύστημα στη Γερμανία αντέδρασε. Αντέδρασε όχι για να προστατεύσει τα πρόσωπα, ορισμένα από τα οποία κατέληξαν στη φυλακή· ούτε για να προστατεύσει τις επιχειρήσεις, στις οποίες καταλογίστηκαν πρόστιμα δισεκατομμυρίων. Το σύστημα αντέδρασε για να προστατεύσει κυρίως το άυλο εθνικό κεφάλαιο – το brand της μεταπολεμικής Γερμανίας, που ήταν συνυφασμένο με τα γερμανικά αυτοκίνητα. Οπως έχει ευφυώς γραφτεί, ο βόμβος της μηχανής ενός σκαραβαίου της Φολκσβάγκεν είναι αντιπροσωπευτικός της γερμανικότητας όσο και μια καντάτα του Μπαχ.

Παρότι μετείχε αναλογικά στη μεταπολεμική άνθηση της Δύσης, η ελληνική οικονομία δεν κατάφερε ποτέ να παραγάγει ένα αντίστοιχο σύμβολο εθνικής επιχειρηματικότητας. Αντιθέτως. Το brand της χώρας, ύστερα από εξήντα χρόνια συνεχούς ανάπτυξης, στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, σφραγίστηκε από τα greek statistics. Η Ελλάδα ήταν η χώρα των διπλών βιβλίων. Της συστηματικής, αλλά και συστημικής απάτης.

Η φιλευρωπαϊκή ορθοδοξία, μετά τη χρεοκοπία του 2010, αναλώθηκε στην αυτο-κριτική για το ατάσθαλο κράτος. Κόντρα σε αυτή την ορθοδοξία, η υπόθεση της Folli Follie λειτουργεί τώρα ως υπενθύμιση πως η ελληνική επιχειρηματικότητα δεν αναπτύχθηκε σε άλλη χώρα. Δεν αναπτύχθηκε ερήμην της κρατικής κουλτούρας, αλλά σε συνάφεια μαζί της. Γι’ αυτό και το σκάνδαλο της FF δεν είχε καν τη δύναμη να προκαλέσει σοκ. Δεν συνιστά, όπως στη Γερμανία, κλονισμό, αλλά συνέχεια μιας μαύρης κανονικότητας.

Ολοι ξέρουν πώς επιζούν εδώ μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και αντέδρασαν σαν ψυλλιασμένοι. Σαν να εντάσσονταν οι πρακτικές της εμβληματικής αλυσίδας στη σφαίρα του προβλέψιμου. Σαν να μπορούσε η λαθροχειρία να εκτονωθεί με αφηγηματικά τεχνάσματα τουρκικής σαπουνόπερας: ο πατέρας που αμάρτησε για το παιδί· το παιδί που, προδομένο, καρφώνει τον πατερά.

Η Folli Follie πείραζε τα βιβλία της σε μια χώρα όπου εμφανίζει πειραγμένους ισολογισμούς ακόμη και η ΔΕΗ – η δημόσια επιχείρηση πάνω στην οποία βασίζεται η εθνική οικονομία. Η «ελληνική πολυεθνική» πείραζε τα βιβλία της ανεμπόδιστη από ένα κράτος που καταθέτει και το ίδιο διπλό σχέδιο προϋπολογισμού. Η FF μαγείρευε τα στοιχεία της στη χώρα όπου διώκεται αενάως σαν παραχαράκτης ο λειτουργός που διόρθωσε τα στατιστικά στοιχεία.

Οχι, η Folli Follie δεν τραυμάτισε το εθνικό brand. Το επιβεβαίωσε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ