ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προεκλογική κυβερνητική προσέγγιση δικαστών και δικηγόρων

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

O νέος υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου (φωτ.) ακυρώνει πολλές από τις επιλογές του προκατόχου του Σταύρου Κοντονή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η αλλαγή ηγεσίας στο υπουργείο Δικαιοσύνης κατά τον πρόσφατο ανασχηματισμό, όταν ο κ. Σταύρος Κοντονής είδε την πόρτα της εξόδου για να έρθει στη θέση του ο κ. Μιχάλης Καλογήρου, ο οποίος είχε διατελέσει για καιρό γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, συζητήθηκε πολύ και, όπως φαίνεται, σήμαινε περισσότερα από μια αντικατάσταση στον θώκο του πλέον θεσμικού υπουργείου με τις ευαίσθητες και νευραλγικού τύπου ισορροπίες.

Η κυβέρνηση, που έχει επικεντρώσει στη Δικαιοσύνη το ενδιαφέρον της σε ό,τι αφορά τη διαφθορά και τα οικονομικά σκάνδαλα, προκάλεσε κατά καιρούς μετωπικές συγκρούσεις με δικαστές και δικηγόρους, δημιουργώντας, σε κάποιες περιπτώσεις, πολεμικό κλίμα, με δικαστικούς δημοσίως να καταγγέλλουν παρεμβάσεις, μέχρι που φθάσαμε στην παραίτηση του κ. Νίκου Σακελλαρίου από την προεδρία του ΣτΕ. Αλλωστε, οι δημόσιες επιθέσεις από κυβερνητικούς παράγοντες κατά δικαστών υπήρξαν τα τελευταία χρόνια φαινόμενο σύνηθες, το οποίο κατά περιόδους, όπως κατά την εκδίκαση της υπόθεσης των τηλεοπτικών αδειών –και όχι μόνον– προσέλαβε χαρακτηριστικά αντιθεσμικών κινήσεων.

Μετά την ανάληψη του υπουργείου Δικαιοσύνης από τον κ. Καλογήρου, του οποίου οι σχέσεις με το Μαξίμου συνεχίζουν να είναι στενές, η κατάσταση στον χώρο της Δικαιοσύνης εμφανίζει σημάδια αλλαγών. Ο ίδιος σηματοδότησε με συγκεκριμένες κινήσεις κυβερνητικές προθέσεις για εκτόνωση των εντάσεων που είχαν εκδηλωθεί στις σχέσεις της κυβέρνησης πρωτίστως με τους δικαστές, αλλά και με τους δικηγόρους, επαγγελματική τάξη πολυάριθμη και εκλογικά υπολογίσιμη. Ο υπουργός Δικαιοσύνης φρόντισε να βρει διαύλους επικοινωνίας, μεταβαίνοντας προσωπικά στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και εξαγγέλλοντας νομοθετική ρύθμιση για κατάργηση μέτρων που είχαν προκαλέσει συγκρούσεις με τους δικηγόρους επί υπουργίας Κοντονή. Η εξαγγελία του σχετικά με κατάργηση της ρύθμισης για τριχοτόμηση του πολύπαθου Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ίδρυση και άλλων πρωτοβάθμιων δικαστηρίων στην Αττική, που είχε εκληφθεί ως αιτία πολέμου από τους δικηγόρους της Αθήνας, προκάλεσε μεγάλη ικανοποίηση στη διοίκηση του ΔΣΑ, στον οποίο διεξήχθη και επαγγελματικό δημοψήφισμα καταδίκης της επιλογής Κοντονή, με ποσοστά σοβιετικού τύπου.

Εξάλλου, οι σχέσεις της κυβέρνησης με τους δικηγόρους, που είχαν δοκιμαστεί σκληρά κατά περιόδους και εξαιτίας φορολογικών, ασφαλιστικών και άλλων μέτρων που επέτειναν την οικονομική συρρίκνωση του κλάδου, φαίνεται πως απομακρύνονται από τις πολεμικές συγκρούσεις.

Η διαμεσολάβηση

Στη λογική της αποφυγής μετωπικών συγκρούσεων και εντάσεων που ερμηνεύονται ως αντιθεσμικές παρεμβάσεις εμφανίζεται να κινείται τελευταία η κυβέρνηση και στις σχέσεις της με τους δικαστές, οι οποίες έχουν δοκιμαστεί σκληρά από το 2015 και έως πρόσφατα. Η εξαγγελία Καλογήρου σχετικά με κατάργηση του μέτρου για υποχρεωτική διαμεσολάβηση (εξωδικαστική επίλυση αστικών διαφορών), που είχε θεσμοθετηθεί σε μια προσπάθεια επιτάχυνσης της απόδοσης δικαιοσύνης, βρήκε πρόσφορο έδαφος, με την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων να εκφράζει δημοσίως την ικανοποίησή της για την υπουργική κίνηση, κάτι που είχε να συμβεί πολύ καιρό. Το υποχρεωτικόν της διαμεσολάβησης, πέραν του ότι είχε προκαλέσει την αντίδραση της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων, είχε «ηττηθεί» και στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με μικρή διαφορά ψήφων, όταν αυτή συγκλήθηκε για να γνωμοδοτήσει επί του νέου θεσμού.

Πάντως, οι κινήσεις Καλογήρου για βελτίωση του κλίματος στις σχέσεις κυβέρνησης με τους δικαστές και τους δικηγόρους δεν μπορεί να αποσυνδεθούν και από την πολιτική συγκυρία, και πρωτίστως από τις ανάγκες που αναπόφευκτα γεννά η δύσκολη και ακανθώδης προεκλογική περίοδος, όπου επανακαθορίζονται πολιτικές πρακτικές ειδικά σε ευαίσθητους και κρίσιμους θεσμικούς χώρους, όπως είναι η Δικαιοσύνη.

Οι προθέσεις της κυβέρνησης να εγκαταλειφθούν πρακτικές άσκοπων εντάσεων στον χώρο της Δικαιοσύνης εκφράστηκαν και στις επιλογές ανώτατων δικαστικών, τα ονόματα των οποίων εστάλησαν ως υποψηφιότητες για τις ηγετικές θέσεις στη Δικαιοσύνη στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθείται, να έχει λόγο γνωμοδοτικό και επί της ουσίας τυπικό και η Βουλή, με τη Διάσκεψη των Προέδρων να ακροάται τους υποψηφίους ανώτατους δικαστικούς, πριν το υπουργικό συμβούλιο αποφασίσει ποιον θα επιλέξει.

Αν οι προθέσεις αυτές επιβεβαιωθούν και με τις επιλογές από την κυβέρνηση νέου προέδρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας και αντιπροέδρων σε ΣτΕ και Αρειο Πάγο, που αναμένονται να γίνουν ενδεχομένως και μέσα στην επόμενη εβδομάδα, το κλίμα στις σχέσεις κυβέρνησης και Δικαιοσύνης θα παρουσιάσει σημάδια βελτίωσης σε μια περίοδο ρευστότητας, όπως η προεκλογική, όπου όλοι προσμετρούν κινήσεις των δικαστικών αρχών σε κρίσιμα θέματα.

Και ενώ η κυβέρνηση εμφανίζεται να επιδιώκει την εκτόνωση της έντασης στον χώρο της Δικαιοσύνης, οι υποθέσεις σκανδάλων και διαφθοράς, όπου έχει η ίδια επενδύσει πολλά σε πολιτικό επίπεδο και οι οποίες βρίσκονται σε εκκρεμότητα στη Δικαιοσύνη, φέρνουν τις δικαστικές αρχές και πάλι στο προσκήνιο με τη διαχείριση θεμάτων που διαθέτουν εκ των πραγμάτων πολιτικές προεκτάσεις.

Η υπόθεση Novartis

Η πολυσυζητημένη υπόθεση της Novartis, που αποτέλεσε την κορωνίδα από πλευράς κυβέρνησης σε θέματα πολιτικής διαφθοράς και η οποία απέτυχε να πείσει κατά τη διερεύνησή της στη Βουλή –όσο διερευνήθηκε– επανέρχεται στο προσκήνιο με κινήσεις της Εισαγγελίας Διαφθοράς, όπως επίσης και η υπόθεση ΚΕΕΛΠΝΟ. Η εμπλοκή, χωρίς στοιχεία, τουλάχιστον προς το παρόν, κορυφαίων πολιτικών προσώπων στην υπόθεση αυτή, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από τους ίδιους αλλά και από την αξιωματική αντιπολίτευση, φαίνεται πως δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή για μεγάλο διάστημα. Η Εισαγγελία Διαφθοράς, με επικεφαλής την κ. Ελένη Τουλουπάκη, προσανατολίζεται στην εκκαθάριση τμημάτων της υπόθεσης, προκειμένου να μείνουν ανοικτά κάποια για τα οποία μπορεί στο μέλλον να προκύψουν ή προσδοκάται ότι θα προκύψουν στοιχεία ενισχυτικά ποινικής εμπλοκής. Προς αυτή την κατεύθυνση οι κινήσεις των αρμοδίων εισαγγελικών αρχών αναμένεται να εκδηλωθούν τις προσεχείς ημέρες, ενώ δεν παραλείπονται στο ερεβώδες περιβάλλον των σκανδάλων και δημοσιεύματα που αναφέρονται σε πτυχές της υπόθεσης, προκαλώντας αντιδράσεις, όπως εκείνα για εμπλοκή του συζύγου της εισαγγελέως Ελένης Ράικου, γιατρού στο επάγγελμα, με τη Novartis, για αμοιβή 1.000 ευρώ το 2009, που έλαβε σκληρή απάντηση από την εισαγγελέα με προαναγγελία προσφυγών στη Δικαιοσύνη.

Πάντως, στο πεδίο της διαφθοράς και των σκανδάλων, στα οποία η κυβέρνηση είχε επενδύσει συστηματικά, υποθέσεις που θα προκαλέσουν πολιτικές αναταράξεις αναζητούνται ενόψει και της προεκλογικής περιόδου, αλλά δικαστικές πηγές εκτιμούν ότι δεν διαφαίνονται, προς το παρόν τουλάχιστον, τέτοιες εξελίξεις. Η περίπτωση Γιάννου Παπαντωνίου, που έχει κληθεί σε απολογία μέσα στον Οκτώβριο, δεν είναι του αυτού μεγέθους, ενώ ο ίδιος αμφισβητεί τα στοιχεία και απορρίπτει τις κατηγορίες που του αποδίδονται.

Και μέσα σε όλα αυτά, ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης αρμόδιος για θέματα διαφθοράς Δημήτρης Παπαγγελόπουλος διατύπωσε δημοσίως πρόταση για αλλαγές στους εισαγγελείς Διαφθοράς και Οικονομικού Εγκλήματος, προκαλώντας εντύπωση και συζητήσεις, καθώς σε αυτές τις εισαγγελικές αρχές είχε επικεντρώσει η κυβέρνηση τις πολιτικές της κατά της διαφθοράς από την εποχή που ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση. Θα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε ποια εξέλιξη θα έχει σε νομοθετικό πεδίο η πρόταση Παπαγγελόπουλου, ο οποίος σπάνια προαναγγέλλει νομοθετικές μεταβολές του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ