ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Θ​​α μπορούσε να γράψει κανείς την ιστορία της αθηναϊκής συνοικίας αρχίζοντας από τα παλιά δέντρα. Στέκομαι συχνά στη σκιά εκείνων των γέρικων κορμών δίπλα σε σπίτια χαμένα στους πίσω δρόμους της πόλης και τα νιώθω σαν πιστούς σκύλους δίπλα σε αφεντικά που δεν θα γυρίσουν ποτέ.

Υπάρχει μια σιωπή, που θυμίζει «αυτό που πλάθεται στις φωτογραφίες των νεκροταφείων και δεν μιλιέται», όπως λέει ο ποιητής Κώστας Λιννός («Μετασχηματισμοί Δ΄, Εκδόσεις των Φίλων, 2018). Σ’ ένα δρομάκι στο Μετς, που λέγεται οδός Χαρβούρη, μικρός πεζόδρομος πλέον, είδα αυτή τη συκιά. Εβγαινε από την αυλή ενός παλιού σπιτιού, χτισμένου πιθανότατα γύρω στο 1900 - 1910, ένα απλό νεοκλασικό - ακατοίκητο - σπίτι, με τρία στενόμακρα παράθυρα, παραταγμένα σαν γκριζόλευκες κάθετες μετόπες κάτω από την πήλινη φρίζα με τα ακροκέραμα. Η συκιά είχε θεριέψει και χυνόταν έξω από τη μικρή αυλή και σκέπαζε τα κεραμίδια. Ηταν σαν μια πράσινη θύελλα και όριζε τόσο πολύ την εντύπωση που προκαλούσε όλο αυτό το θέαμα, ώστε ήταν σχεδόν αδύνατον να φανταστεί κανείς αυτό το μικρό σπίτι δίχως τη θεόρατη συκιά.

Οι κλώνοι χύνονταν σαν ξέπλεκα μαλλιά νεράιδας, σαν πλοκάμια, και θύμιζαν τη χαλκογραφία της συκιάς του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Εβλεπα τον παχύ κορμό, με εκείνο το αργυροκάστανο χρώμα που έχει ο κορμός της συκιάς, μέσα από την παραβιασμένη, πράσινη εξώθυρα, που οδηγούσε, άλλοτε, από την αυλή απευθείας στο σπίτι. Ελλείψει ανθρώπων, η συκιά είχε καταλάβει ατίθαση όλον τον ζωτικό χώρο, είχε γιγαντωθεί σαν να έβγαινε από σελίδα λαϊκών παραμυθιών, από τα ίδια τα σπλάχνα του σπιτιού. Τα πλατιά σαν παλάμες φύλλα έγλειφαν τις παλιές πέτρες που είχε ξεσκεπάσει ο χρόνος.

Μια φρίζα από οριζόντιους λίθους χώριζε τα παράθυρα του ισογείου και των κυρίων δωματίων, όταν το σπίτι είχε ζωή, από τα τρία παράθυρα στο ημιυπόγειο. Οι ξύλινες τάβλες που κρατούσαν κλειστά αυτά τα παράθυρα σχημάτιζαν πλέον χάρτες πάνω στο αρχικό αχνοπράσινο χρώμα. Στο μεσαίο, από τα παράθυρα, που ακουμπούσαν στη γη, είχε προηγηθεί απόπειρα διάρρηξης και πρόχειρα σανίδια είχαν καρφωθεί σαν μπάλωμα. Αλλά αυτό που με εντυπωσίαζε δεν ήταν τόσο η συμμετρία των ανοιγμάτων όσο η αποκάλυψη της λιθοδομής, που χωρίς τον σοβά, εκείνον με το χρώμα της αθηναϊκής ώχρας, έδινε την εντύπωσης της αρμονίας ορθογωνισμένων πεσσών. Εβλεπε κανείς τα λίθινα αγκωνάρια του 1900, τα «γεμίσματα» και τις «σφήνες» ανάμεσα στα τετράγωνα και τα παραλληλόγραμμα που κάποιοι μάστορες, γεννημένοι πιθανώς γύρω στο 1870 ή το 1880, είχαν τοποθετήσει με επιμέλεια.


Στην οδό Χαρβούρη, στο Μετς, η μεγάλη συκιά σκεπάζει το παλιό σπίτι, που στέκει ακατοίκητο.

Σκέφτηκα αυτόν τον μάστορα που πριν από έναν και πλέον αιώνα είχε πολλά μεροκάματα, εδώ, στην οδό Χαρβούρη στο Μετς. Από εκείνο το σημείο, στο ύψωμα, θα έβλεπε τον Ιλισό, το Ολυμπιείο και την Ακρόπολη. Θα είχε λάσπη και εξογκώματα ο δρόμος, ίσως ακόμη και κατσίκες και κοτόπουλα. Ο μάστορας, όμως, θα έχτιζε ένα όμορφο σπιτάκι κοντά στον Αρδηττό, όπου, ώσπου να τελειώσει, ένα στοργικό χέρι θα φύτευε μία συκιά στην αυλή, για τους γλυκούς της καρπούς τον Αύγουστο και τη βαριά σκιά της όλο το καλοκαίρι.

Τον χειμώνα, με τα γυμνά κλαδιά της, η συκιά θα άφηνε τον ήλιο να ζεσταίνει τα κεραμίδια, αυτά τα ίδια, που αχνοφαίνονταν τώρα πίσω από τα ακροκέραμα, στην άκρη όμως, μόνο, γιατί όλη η σκεπή έχει πλέον πέσει μέσα στα δωμάτια. Ξανακοίταξα αυτό το σπίτι, πριν απομακρυνθώ, με την πεποίθηση ότι άφηνα πίσω έναν φίλο. Σε μια γωνιά του Μετς, η οδός Χαρβούρη θα μεταφέρει πλέον τον αχνό συνειρμό μιας γέρικης συκιάς, που σκεπάζει ένα βουβό σπίτι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη