ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η δεύτερη ευκαιρία του ομίλου Ακκά

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μια νέα σελίδα στην ιστορία του κλωστοϋφαντουργικού ομίλου της οικογενείας ξεκινά να γράφει ο Γιάννης Χ. Ακκάς μετά την κατάρρευση της Ελληνικής Υφαντουργίας υπό το βάρος μη εξυπηρετούμενων δανείων ύψους 92 εκατ. ευρώ και τον εκπλειστηριασμό των ακινήτων και του μηχανολογικού εξοπλισμού της.

Μέχρι τα τέλη του 2013 και επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες η Ελληνική Υφαντουργία πρωταγωνίστησε με την καθετοποιημένη παραγωγή και εξαγωγή denim, του υφάσματος από το οποίο κατασκεύαζαν μεγάλοι ευρωπαϊκοί και αμερικανικοί όμιλοι τα δημοφιλή blue jeans. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 ο κύκλος εργασιών της εισηγμένης τότε Ελληνικής Υφαντουργίας είχε αγγίξει τα 100 εκατ. ευρώ, αλλά κάπου τότε άνοιξε και ο ασκός του Αιόλου από την Ασία και την Τουρκία. Με υψηλά ενεργειακά αλλά και μισθολογικά κόστη, η ελληνική επιχείρηση δεν κατάφερε να παραμείνει ανταγωνιστική, χάνοντας σταδιακά τα μεγάλα συμβόλαια παρά την ποιοτική παραγωγή. Ιστορία που είναι λίγο πολύ παρόμοια με αυτή πολλών ελληνικών κλωστοϋφαντουργικών επιχειρήσεων. Ομως η οικογένεια Ακκά είχε ήδη προχωρήσει από την προηγούμενη δεκαετία και σε νέες μεγάλες επενδύσεις σε άλλες μονάδες εκτός της εισηγμένης Ελληνικής Υφαντουργίας.

Τέσσερα εργοστάσια, δύο εκκοκκιστήρια και δύο νηματουργεία, που σήμερα συγκροτούν τον εναπομείναντα, συρρικνωμένο όμιλο Ακκά. Αλλά ενώ η Ελληνική Υφαντουργία και οι συγγενείς μονάδες είχαν κύκλο εργασιών 100 εκατ. ευρώ, σήμερα ο όμιλος που απαρτίζεται από τα Εκκοκκιστήρια Θράκης, τη θυγατρικής τους, Κλωστήρια Θράκης, την τρίτη εταιρεία, Εκκοκκιστήρια Θεσσαλίας και τα Κλωστήρια Κιλκίς, πραγματοποιεί αθροιστικό τζίρο της τάξης των 35 εκατ., σύμφωνα με πηγές της διοίκησής τους.

Αισιόδοξες ενδείξεις

Μέσω αύξησης κεφαλαίου με ίδια κεφάλαια των βασικών μετόχων. αλλά και τη στήριξη των πιστωτριών τραπεζών μέσω αναδιάρθρωσης του δανεισμού, έχει καταφέρει τουλάχιστον στη ναυαρχίδα Εκκοκκιστήρια Θράκης να εξυγιάνει τον ισολογισμό και για τη χρήση του 2018 η διοίκηση εκτιμά πως θα αυξήσει τα λειτουργικά της κέρδη.

Η εξυγίανση έχει προχωρήσει και στα Εκκοκκιστήρια Θεσσαλίας, αλλά εκκρεμεί ακόμα η επίτευξη συμφωνίας με τις τράπεζες για την αναδιάρθρωση του δανεισμού των Κλωστηρίων Κιλκίς.

Η όλη άσκηση μαρτυράει τις δυσκολίες που έχει όχι μόνον ο όμιλος Ακκά, αλλά το σύνολο του κλάδου. Εχοντας στραφεί στις εξαγωγές σε ποσοστό της τάξης του 90%, ο χρόνος που απαιτείται από την αγορά της πρώτης ύλης έως την εξόφληση των τιμολογίων από τους πελάτες στο εξωτερικό συχνά φθάνει έως και τους οκτώ μήνες. Η χρηματοδότηση αυτή δεν είναι δυνατή πλέον από τις ελληνικές τράπεζες και η στενότητα των κεφαλαίων κίνησης δημιουργεί μεγάλο ζήτημα ρευστότητας στον κλάδο.

Ανάσα από την Ιταλία

Ο όμιλος Ακκά μοιάζει να βρήκε εν μέρει τουλάχιστον τη λύση στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Ιταλία, όπου βρίσκεται και ένας από τους μεγαλύτερους πελάτες του, η Benetton. Πελάτης από την εποχή των εξαγωγών denim, η Benetton αγοράζει ακόμα και σήμερα νήματα αλλά και πλεκτά υφάσματα που τα Κλωστήρια Θράκης, η θυγατρική των ομώνυμων εκκοκκιστηρίων, παράγει. Η συνεργασία αυτή έχει δώσει τη δυνατότητα στην ελληνική εταιρεία να προεξοφλεί τιμολόγια σε ιταλική τράπεζα. Ειδικότερα τον Μάρτιο φέτος, υπεγράφη συμφωνία εξυγίανσης (Ν. 3588/2007) με τις δανείστριες τράπεζες Alpha Bank και Εθνική Τράπεζα, αλλά και την εταιρεία Εκκοκκιστήρια Θράκης και συνδεδεμένες εταιρείες, καθώς και συμφωνία για χρηματοδότηση μέσω factoring με την Banca IFIS ποσού 2,7 εκατ. Η συμφωνία αυτή καθώς και εκείνη της θυγατρικής, που περιλαμβάνουν και αυξήσεις κεφαλαίου που κάλυψαν οι βασικοί μέτοχοι, επικυρώθηκαν και από το αρμόδιο πρωτοδικείο.

Η μονάδα της Θράκης έχει ενισχυθεί σε όρους ρευστότητας και με την παραγωγή εκκοκκισμένου βαμβακιού για λογαριασμό τρίτων, παρέχοντας υπηρεσίες εκκόκκισης με θετικό αποτέλεσμα κερδών προ φόρων τόκων και αποσβέσεων. Ο συνολικός δανεισμός του ομίλου στη Θράκη είναι της τάξης των 50 εκατομμυρίων ευρώ και το εγκεκριμένο πλάνο αναδιάρθρωσης από την πλευρά των τραπεζών, που βασίστηκε στο αναθεωρημένο business plan που υπεβλήθη τον Μάρτιο 2018, προβλέπει αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων σε 16 έτη με επιτόκιο Euribor εξαμήνου + 2,00% για όλα τα μακροπρόθεσμα δάνεια.

Αλλά, φευ, ενώ τα Εκκοκκιστήρια Θράκης και Θεσσαλίας και τα Κλωστήρια Κιλκίς, συμφερόντων του ομίλου της οικογενείας Ακκά, δείχνουν να παλεύουν με αξιόλογες πιθανότητες επιτυχίας την πορεία τους σε μια νέα διαδρομή με πωλήσεις σε ποσοστό άνω του 90% στο εξωτερικό , δεν ήταν το ίδιο τυχερές οι άλλες, μεγάλες μονάδες του έτερου βραχίονα του ομίλου Ακκά, της Ελληνικής Υφαντουργίας.

Η άνοδος και η πτώση του ομίλου Λαναρά

Στα τέλη του 1999, η αξία της μετοχής της Κλωνατέξ έγραφε 72,58 ευρώ δίδοντας χρηματιστηριακή αξία στην κλωστοϋφαντουργία 1,5 δισ. ευρώ. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα. Τα εργοστάσια-κουφάρια εκπλειστηριάζονται και ο όμιλος περνάει στη λήθη έχοντας «πεθάνει» τέσσερις φορές: μία με τη χρηματιστηριακή φούσκα, άλλη μία στην πρώτη «διάσωση» επί Λαναρά και την πτώχευση του 2012, άλλη μία στη δεύτερη προσπάθεια της «συνεργατικής λειτουργίας» επί της σημερινής κυβέρνησης και άλλη μία –τέταρτη τώρα– που τα ακίνητά της μένουν στα αζήτητα.

«Ο Θωμάς Λαναράς δυστυχώς ασχολήθηκε πολύ περισσότερο με το Χρηματιστήριο και λιγότερο με την κλωστοϋφαντουργία και έτσι, όταν η κρίση χτύπησε και τα δύο, το τέλος ήταν λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένο», τονίζουν άνθρωποι που γνωρίζουν τον κλάδο και θυμούνται τα απανωτά limit up αλλά και το κραχ.

Ομως κάποιοι πίστεψαν πως δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μετά την κατάρρευση και ενώ ο διεθνής ανταγωνισμός είχε αφανίσει ακόμα και τους πιο συνετούς, θα μπορούσαν να ξαναπάρουν μπρος οι λεηλατημένες και ξεχαρβαλωμένες μηχανές του ομίλου Λαναρά.

Οσοι πίστευαν ότι μπορούσαν να ξαναδημιουργήσουν θέσεις εργασίας πρότειναν στα ευήκοα για τέτοια εγχειρήματα ώτα κάποιων αξιωματούχων της κυβέρνησης την επαναλειτουργία τους με συνεταιριστική μορφή και «αυτοδιαχείριση». Να πάρουν δηλαδή τις μετοχές ή τέλος πάντων τα πράγματα οι εργαζόμενοι στα χέρια τους και να βάλουν πλάτη για να παραγάγει και πάλι η Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να διαπιστωθεί το μάταιο του εγχειρήματος αλλά και οι αδύνατες υπερβάσεις των κανόνων του ευρωπαϊκού πλαισίου.

Το σχέδιο προέβλεπε να μετατραπούν χρέη σε μετοχικό κεφάλαιο, να γίνει επανεκκίνηση δύο εργοστασίων στη Ροδόπη και στη Μαρώνεια και ενός στη Στενήμαχο της Νάουσας και να περάσει το 22% του μετοχικού κεφαλαίου στους εργαζομένους, το 37% στο Δημόσιο και το 14% στις τράπεζες. Την άνοιξη του 2016 μάλιστα συγκροτήθηκε διυπουργική επιτροπή υπό τον συντονισμό του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Αλ. Φλαμπουράρη, η οποία έκρινε το σχέδιο βιώσιμο. Το σχέδιο προσέκρουσε στις ενστάσεις της Κομισιόν.

Βλέπετε, πριν από μερικά χρόνια η Επιτροπή είχε καλέσει το Δημόσιο να ανακτήσει ποσό 35 εκατ. ευρώ ως παράνομες κρατικές επιδοτήσεις. Επιδοτήσεις που σχετίζονταν με την πρώτη προσπάθεια διάσωσης της εταιρείας και οι οποίες είχαν αγγίξει με τις προσαυξήσεις τα 51 εκατ. Η χρεοκοπημένη ΕνκλΩ, που απασχολούσε περί τους 2.500 εργαζομένους, πτώχευσε το 2012 με υποχρεώσεις 345 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 190 εκατ. προς τις τράπεζες, 51 εκατ. σε Ταμεία και 70 εκατ. στην εφορία και άλλους πιστωτές.

Ετσι κύλησε ο χρόνος χωρίς πραγματικές εξελίξεις, πέρα από την εμφάνιση κάποιων ενδιαφερόμενων επενδυτών, που όμως ποτέ δεν ενέπνευσαν την εμπιστοσύνη της αγοράς ή των τραπεζών. Και φτάσαμε στον άγονο πλειστηριασμό της 21ης Mαΐου για τα κλωστήρια στη Μαρώνεια της Ροδόπης που ήρθε σαν επίλογος μιας θλιβερής πράγματι επιχειρηματικής ιστορίας.

Ο επίλογος ακόμα γράφεται καθώς και άλλες μονάδες, και ειδικότερα ακίνητα του συγκεκριμένου ομίλου όπως αυτά στη Ροδόπη, οδεύουν σε πλειστηριασμό. Αλλά κανείς πλέον δεν έχει την ψευδαίσθηση πως μπορεί να αναστηθεί η επιχειρηματική δραστηριότητα του ομίλου Λανάρα. Ερχεται έτσι και αυτός να πάρει τη θέση του μεταξύ των άλλων εμβληματικών εταιρειών του κλάδου όπως η Πειραϊκή Πατραϊκή, η «Αιγαίον» ή ο όμιλος Δουρίδα στη Λαμία, που αποτελούν πλέον παρελθόν της ελληνικής βιομηχανικής ιστορίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ