ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Ηλίας Κουλουκουντής θα μπορούσε να ανήκει στον κόσμο του «Υπέροχου Γκάτσμπι» του Σκοτ Φιτζέραλντ αν δεν είχε πάρει αποστάσεις από πολύ νωρίς από το «τρομακτικό αναισθητικό της πολυτέλειας», αυτήν την «αιθέρια αύρα που παρέλυε κάθε μας δραστηριότητα». Συστήθηκε ως συγγραφέας, έζησε μοιρασμένος μέσα στην κοινωνικότητα μιας μεγάλης εφοπλιστικής οικογένειας και στην ανάγκη του να αποσύρεται, να διαβάζει, να μεταφράζει και να γράφει, στην προσπάθειά του «να έχει μια δουλειά, να αμείβεται από αυτήν, να κάνει οικογένεια». Διηγείται ιστορίες για τον Αριστοτέλη Ωνάση «που γνώριζε από παιδί», για το πάρτι της Ελίζας και του Βασίλη Γουλανδρή στο σπίτι τους στην Πέμπτη Λεωφόρο, για τους τερατώδεις γάμους από συνοικέσιο, για το πώς «πουλιόντουσαν» νέες και όμορφες κοπέλες γνωστών οικογενειών σε πολύ μεγαλύτερους άνδρες ισχυρούς του χρήματος.

Ο 81χρονος εφοπλιστής και συγγραφέας, υπερήφανος πατέρας μιας 35χρονης κόρης, της Ντέλια, τριών βιβλίων, γεννημένος στο Λονδίνο από Ελληνες γονείς, εγγονός καπεταναίων, μεγαλωμένος στη Νέα Υόρκη, στο Ράι (προάστιο εύπορων οικογενειών), απόφοιτος της Ακαδημίας Φίλιπς Εξετερ και του Χάρβαρντ, γλωσσομαθής και περιπετειώδης, προσθέτει έναν ακόμη κρίκο στο μυθιστορηματικό παζλ της ζωής του, όταν τον ρωτάω αν αισθάνεται Ελληνας ή Αμερικανός: «Ελληνας που κάθε Οκτώβριο παρακολουθεί το World Series! (σ.σ. την τελική σειρά αγώνων του αμερικανικού πρωταθλήματος μπέιζμπολ)», μου απαντά, ταξιδεύοντας ειδικά γι’ αυτό στις ΗΠΑ. Και συμπληρώνει: «Μεγαλώνοντας ζω όλο και μεγαλύτερα διαστήματα στην Ελλάδα, ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σύρο (τόπο καταγωγής των γονιών του)».

Οι «Απρόσιτες ακτές»

Στο τελευταίο του βιβλίο «Απρόσιτες ακτές» (Ποταμός, 2017) αφηγείται, με ένα κράμα θαρραλέας, οξυδερκούς και ταυτόχρονα ρέουσας, αποκαλυπτικής, αμεσότητας, την εφοπλιστική οικογενειακή παράδοση, τη ζωή του μέσα κι έξω από αυτήν. Στο προηγούμενο «Η συνωμοσία της Αμοργού» (Πατάκη, 2012), καταγράφει βήμα βήμα ένα προσωπικό χρονικό: πώς, νεαρός οργάνωσε την απόδραση του πρώτου πεθερού του Γιώργου Μυλωνά, βουλευτή της Ενωσης Κέντρου, υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου και εξόριστου από τη χούντα των συνταγματαρχών στην Αμοργό.
Τώρα γράφει, στα αγγλικά πάντα, ένα θεατρικό, «Οι τρεις νύφες της Κάσου», το οποίο χαρακτηρίζει «μαύρη κωμωδία». Διαδραματίζεται τέλη 19ου αιώνα στην Κάσο. «Ενας γιατρός επιστρέφει στο νησί από τις σπουδές του και η μητέρα του του λέει ότι πρέπει να παντρευτεί. Το έργο “παίζει” με τα ήθη και τα έθιμα της Κάσου. Αλλη νύφη θέλει ο γιος άλλη η μητέρα. Ηθελα να μάθω για την Ελλάδα και πήγα μια γενιά πίσω από αυτήν των γονιών μου», εξηγεί.

Οταν πριν από λίγες ημέρες είπε σε έναν ταξιτζή ότι ο τίτλος ενός βιβλίου του είναι «Απρόσιτες ακτές» (ναυτικός όρος που σημαίνει ότι μια ακτή είναι τόσο απότομη ώστε να μην αφήνει κανένα περιθώριο να την προσεγγίσει κανείς), εκείνος σχολίασε: «Α, ώστε σας είχαν περικυκλώσει και δεν είχατε διέξοδο»! Μου μεταφέρει τον διάλογο χαμογελώντας ευχαριστημένος: «Ο οδηγός ταξί σημάδεψε πολύ κοντά στο κέντρο του στόχου!».


«Μεγαλώνοντας ζω όλο και μεγαλύτερα διαστήματα στην Ελλάδα, ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σύρο», λέει ο Ηλίας Κουλουκουντής.

– Σας είναι δύσκολο να «ξαναξεφυλίσσετε» το βιβλίο;
– Καθόλου. Με ενδιαφέρουν οι εντυπώσεις των άλλων. Ηταν μια εποχή που δεν μιλούσαμε για τα αισθήματά μας, δεν επέτρεπα σε κανέναν να καταλάβει τι αισθανόμουν.

– Η εποχή ή ο κύκλος μέσα στον οποίο ζήσατε;
– Και τα δύο.

– Εχετε μνήμες από την Ελλάδα, από το ’40 και μετά;
– Εχω διαβάσει γι’ αυτήν την εποχή και με ενδιαφέρει πολύ. Με απασχολεί τι θα γινόμουν αν μέναμε στη Σύρο. Η μητέρα μου δεν ήθελε να φύγει. Το 1967 ήρθαμε οι δυο μας στο νησί και μείναμε στο σπίτι στο Πισκοπειό. Τότε είδα έναν άλλο, χαμογελαστό, ευτυχισμένο, άνθρωπο.

– Ως προμετωπίδα στο βιβλίο χρησιμοποιείτε μια φράση του Μαλρό: «Η κληρονομιά δεν παραδίδεται. Πρέπει να κατακτηθεί». Ποια κληρονομιά εννοείτε;
– Τη ναυτιλία. Οταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο «The feasts of memory» είχε επιτυχία και πολλοί εκδότες μου ζήτησαν να γράψω για τον ελληνικό εφοπλισμό, ήθελαν ονόματα και ιστορίες. Δεν είχα εμπειρία, επιπλέον υπήρχε και ένα εμπόδιο: ήμουν και μέσα και έξω. Για πολύ καιρό αισθανόμουν ότι δεν είχα κατακτήσει την κληρονομιά. Με τις «Απρόσιτες ακτές» το ένιωσα, για πρώτη φορά. Κατάλαβα τι πέρασα και ξεπέρασα. Επρεπε να μπω στη ναυτιλιακή επιχείρηση πριν γράψω.

– Ο ελληνικός εφοπλισμός έχει βοηθήσει τη χώρα;
– Νομίζω ναι. Αν και έχει δημιουργηθεί ένας μύθος ως προς αυτό, τον οποίο πιστεύει ο κόσμος. Μια εποχή ήταν κύριο στήριγμα της χώρας ο εφοπλισμός και ο τουρισμός. Κάποτε, μην ξεχνάτε, ότι τα πληρώματα των καραβιών ήταν μόνο Ελληνες. Ο θείος μου ο Γιώργης, τους ήξερε με τα μικρά τους ονόματα. Αλλοι ήταν από την Κάσο, άλλοι από τη Σύρο. Κι ακόμη, στη Σύρο, συναντάω οδηγούς ταξί που μου λένε ότι ήταν στο τάδε καράβι συγγενούς μου. Οι εφοπλιστές στη γενιά του παππού μου ήταν σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι. Καπεταναίοι. Η γενιά του πατέρα μου δεν ήταν το ίδιο. Περνούσαν όμως το καλοκαίρι στα καράβια. Οι νεότεροι εφοπλιστές όλο και απομακρύνονται πια από τη θάλασσα, δεν έχουν την εμπειρία της θάλασσας.

Ακόμη και να χάσω τα καράβια μου, έχω κάτι να κάνω

«Ο πατέρας μου ποτέ δεν μιλούσε για τα περιουσιακά στοιχεία μας. Oταν δούλευα στη εταιρεία, μου έδινε 16.000 δολάρια τον χρόνο, μετρημένα. Το όριο βοηθάει σε προσωπικό επίπεδο αλλά, από την άλλη, και το να μπορείς να ξοδεύεις στηρίζει την επιχείρηση, γιατί πρέπει κανείς να ρισκάρει. Αν διστάζεις δεν θα κερδίσεις. Το χρήμα δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι είσαι ο άρχων του κόσμου και δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις την αποτυχία».

– Εσείς αισθανθήκατε ποτέ ότι ο κόσμος σάς ανήκει;
– Οχι. Είχα βέβαια μια αυτοπεποίθηση. Τα προνόμια λειτουργούν με δύο τρόπους. Μπορείς να είσαι good-for-nothing ή χρήσιμος σε κάτι. Εξαρτάται από σένα. Οφείλω στον πατέρα μου ότι δεν μου έδινε χρήματα και έτσι έπρεπε να κάνω κάτι για να αποκτήσω. Το πρόβλημα ήταν υπαρκτό. Eπρεπε να μεγαλώσω την κόρη μου. Κι αυτό με διαχώριζε από τους υπόλοιπους συγγενείς μου, που απλώς ξόδευαν την περιουσία που είχαν χωρίς να εργάζονται. Δεν ήθελα η κόρη μου να υιοθετήσει αυτές τις συνήθειες. Την κράτησα μακριά. Και πέτυχε αυτό που ήθελα, της φαίνεται εντελώς ξένος αυτός ο τρόπος ζωής. Νομίζω ότι την κριτική απόσταση την οφείλω και στη μητέρα μου, η οποία ανήκε σε μια κανονική μεσοαστική οικογένεια.

– Λέτε και στο βιβλίο ότι «η επιθυμία μου ήταν να αποκτήσω κανονική ζωή». Την αποκτήσατε;
– Τη θέση μου στη ζωή μού την έδωσαν η Λούσυ, η γυναίκα μου, που δεν ζει, και η κόρη μου.

– Η πολυτέλεια σας στέρησε πράγματα;
– Βέβαια. Ως νέος δεν μπορούσα να βρω δουλειά για το καλοκαίρι που στην Αμερική αυτό είναι σχεδόν κανόνας. Και δίνει αυτοπεποίθηση. Οταν το επιχείρησα μια φορά και πληρώθηκα τρία δολάρια, μαζεύοντας μπάλες από το γειτονικό γήπεδο γκολφ, ο πατέρας μου με μάλωσε. Ενας Αμερικανός πατέρας, αντίθετα, θα έβαζε αυτά τα τρία δολάρια σε κορνίζα.

– Τι αισθάνεστε ότι σας έχει λείψει στη ζωή σας;
– Δεν μπορώ να πω ότι μου έλειψε κάτι.

– Τι έχει σφραγίσει τη ζωή σας;
– Οι θάνατοι του αδελφού μου, της μητέρας μου, της γυναίκας μου. Μέσα σε δύο χρόνια έφυγαν και οι τρεις.

– Πώς σας επηρέασαν;
– Απέκτησα μια άλλη σχέση με τον χρόνο. Ειδικά μετά τον θάνατο της γυναίκας μου. Δεν τον σπαταλούσα σε ασημαντότητες, δεν τον σκορπούσα.

– Το τελευταίο βιβλίο του ψυχιάτρου Ιρβιν Γιάλομ έχει τίτλο: «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!». Το συμμερίζεστε;
– Φυσικά. Η ζωή με έχει γεράσει αλλά δεν με έχει κουράσει.

– Πώς συνδυάζονται η λογοτεχνία με τη ναυτιλία;
– Και στα δύο πρέπει να είσαι δημιουργικός. Και κάτι ακόμη: και να χάσω τα καράβια μου, έχω κάτι να κάνω.

Η «Συνωμοσία»

Ενα βράδυ, το ταραχώδες καλοκαίρι του 1965, ο Ηλίας Κουλουκουντής, αφού δείπνησε στην οδό Νεοφύτου Δούκα στο Κολωνάκι, στο σπίτι του θείου του Γιάννη, θέλησε να κατέβει στην Ομόνοια για να διαδηλώσει κατά της κυβέρνησης του Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα που είχε διορίσει το παλάτι. Υστερα, έγινε φίλος με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (που μετείχε στην κυβέρνηση Νόβα), ο οποίος, μάλιστα, έπαιξε ρόλο στη διάσωση του Γ. Μυλωνά από τη χούντα, μαζί με άλλους που βρέθηκαν εκτός συνόρων και αντιστάθηκαν. Από τον Ανδρέα Παπανδρέου, τη Μερκούρη, την Κίττυ και τον Μάκη Αρσένη, τον διαβόητο Πάμπλο, το ζεύγος Μπέκετ, με όλους συνεργάστηκε για τη «Συνωμοσία της Αμοργού». «Με τον Κ. Μητσοτάκη συναντηθήκαμε το καλοκαίρι του 1969 στη Γενεύη. Εγώ ήμουν 32 χρόνων, ο Μητσοτάκης γύρω στα 50. Μου είπε χωρίς περιστροφές: “Ο Γιώργος πρέπει να δραπετεύσει”».

Η συνάντηση

«Εχω μείνει πολλές φορές στη “Μεγάλη Βρεταννία”. Από τα σημεία της Αθήνας που παραμένουν και κρατούν τον χαρακτήρα τους», λέει ο Ηλίας Κουλουκουντής. Ψηλός, κρατώντας ένα κομψό μπαστούνι για να τον βοηθάει στο περπάτημα, ξέρει πολύ καλά πού πρέπει να καθήσουμε στο Winter Garden (στο ισόγειο του ξενοδοχείου) για το απογευματινό τσάι, έτσι τουλάχιστον το ονομάσαμε, ώστε να μην ακούγεται έντονα ο πιανίστας που εμφανίζεται στις 7. Μόνο τσάι δεν ήπιαμε. Προτιμήσαμε δύο φρέσκους χυμούς με γκρέιπ φρουτ, καρότο και πορτοκάλι, που συνοδεύσαμε με σά-ντουιτς. Ο κ. Κουλουκουντής θέλησε να δοκιμάσει το burger αστακού, με φρεσκοψημένο μπριός, φρέσκια σαλάτα και πατάτες τηγανητές, κι εγώ τοστ με αβοκάντο, αυγό ορτυκιού, γαρίδες στον ατμό, με λιαστή ντομάτα, ανθότυρο και ρόκα. Το αποτέλεσμα, παρά την εντυπωσιακή περιγραφή, ήταν αξιοσημείωτα σεμνό και νόστιμο. Σύνολο: 70 ευρώ.

1937
Γεννιέται vστο Λονδίνο.

1938
Ερχεται στην Ελλάδα με τη μητέρα του, μιλάει για πρώτη φορά ελληνικά. Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου φεύγουν με υπερωκεάνιο για τη Ν. Υόρκη.

1966
Κάνει το πρώτο ταξίδι σε τάνκερ της εταιρείας τους, από την Ιαπωνία ώς τη Σιγκαπούρη περιπλέοντας τη Νότιο Κίνα. Μαθαίνει να διαβάζει τον χάρτη του ουρανού.

1967
Εκδίδεται το πρώτο βιβλίο του «The feasts of memory», «μια αυτοβιογραφία για όσα δεν μου έχουν συμβεί», όπως το χαρακτηρίζει.

1974
Συναντάει τη Λούσι Πλατ στο Λονδίνο, παντρεύονται το 1981.

1983
Γεννιέται η κόρη τους Ντέλια.

2012
Εκδίδεται «Η συνωμοσία της Αμοργού» και μιλάει για πρώτη φορά, δημόσια, στα ελληνικά.

2017
Κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία του, «για όσα έχουν συμβεί», «Απρόσιτες ακτές».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ