ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΠΛΑΚΟΥΔΑΣ
Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος (1946-1949), Πεδίο Μάχης του Ψυχρού Πολέμου
εκδ. Επίκεντρο, σελ. 290

Η βιβλιογραφία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου είναι πραγματικά αχανής, όπως και αν τη μετρήσει κάποιος. Είτε ζυγίζοντας τα έργα που κατατάσσονται στην οπτική γωνία των νικητών, ή σε εκείνα (πολύ περισσότερα) που εκπροσωπούν την άποψη των «ηττημένων». Είτε επικεντρώνοντας στην αμιγώς επιστημονική βιβλιογραφία, η οποία είναι πάντα πιο χρήσιμη για την εξαγωγή νηφάλιων συμπερασμάτων.

Το βιβλίο του Σπυρίδωνος Πλακούδα με τίτλο «Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος (1946-1949), Πεδίο Μάχης του Ψυχρού Πολέμου» (εκδόσεις Επίκεντρο), εντάσσεται σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία έργων και αναγνωσμάτων. Παρά το γεγονός ότι είναι ένα βιβλίο το οποίο απευθύνεται στον ερευνητή της περιόδου, αποτελεί ταυτόχρονα ένα ευανάγνωστο έργο.

Ο Σπ. Πλακούδας περιλαμβάνει σε αυτό μια χρήσιμη αποτύπωση των κυρίαρχων επιστημονικών σχολών σκέψης όλων όσοι ασχολήθηκαν με τον εμφύλιο πόλεμο. Διακρίνει ανάμεσα σε «παραδοσιακούς», «αναθεωρητές» και «μετά-αναθεωρητές», ενώ δεν παραλείπει να κάνει και μια σύντομη αναφορά στη μη επιστημονική βιβλιογραφία, διαχωρίζοντας ανάμεσα σε δύο κοσμοαντιλήψεις, την «αριστερή» και τη «δεξιά». Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη επιλογή του συγγραφέα δεν αποτελεί νεοτερισμό, είναι χρήσιμη, καθώς εισάγει τον αναγνώστη άμεσα σε ένα θέμα το οποίο έχει απασχολήσει δεκάδες Ελλήνων και ξένων ερευνητών και έχει διχάσει σε σημαντικό βαθμό την κοινή γνώμη σε διάφορες στιγμές της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας.


Μεταφορές πολεμοφοδίων από αντάρτες.

Εντέλει, ο Πλακούδας προσπαθεί να δώσει μια απάντηση σε πλευρές ενός πολύ συγκεκριμένου ερωτήματος. Τι σηματοδότησε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος; Οι απαντήσεις που επιχειρεί να δώσει αφορούν κατά κύριο λόγο τη στρατηγική διάσταση. Ο συγγραφέας παρουσιάζει λεπτομερώς και με εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση τα πρώιμα στάδια αλλά και την κατ’ εξοχήν εμφυλιακή περίοδο, με έμφαση στο 1946-1949. Στο πεδίο των επιχειρήσεων, όπου ο αρχικά κακά οργανωμένος Ελληνικός Στρατός (Ε.Σ.), σταδιακά μετεξελίχθηκε σε ένα ικανό στρατιωτικό σώμα, σε αντίθεση με τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), ο οποίος ειδικά τον τελευταίο χρόνο του Εμφυλίου φυλλορροούσε.

Από στρατηγικής άποψης είναι γνωστό ότι η αλλαγή «προστάτη» του ευάλωτου μεταπολεμικά, ελληνικού κράτους και η αντικατάσταση της Βρετανίας από τις ΗΠΑ το 1947, ουσιαστικά έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ των τακτικών δυνάμεων του ελληνικού κράτους, εναντίον των ανταρτών. Η συμβολή της Αμερικανικής Στρατιωτικής Συμβουλευτικής και Προγραμματικής Ομάδας (JUSMAPG) στην αναδιοργάνωση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, ουσιαστικά οδήγησε στη δημιουργία νέων δομών οι οποίες επιβιώνουν οργανωτικά έως και σήμερα. Ενδεικτικά παραδείγματα, είναι το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ), το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο και το Συμβούλιο Αμυνας (ΣΑΜ), δομές οι οποίες προέκυψαν από τις ανάγκες εκείνης της περιόδου. Η Βασιλική Αεροπορία, προκάτοχος της Πολεμικής Αεροπορίας, ουσιαστικά απέκτησε την πρώτη μεταπολεμική εμπειρία της και διοργανώθηκε στα αμερικανικά πρότυπα.

Εκείνη την εποχή πρακτικά τέθηκαν και οι βάσεις για τη συγκρότηση των Μονάδων Καταδρομών, οι οποίες μετεξελίχθηκαν στην πάροδο του χρόνου στις Ειδικές Δυνάμεις που σήμερα αποτελούν αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Οι συγκεκριμένες ραγδαίες εξελίξεις εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων σε στρατηγικό αλλά και τακτικό επίπεδο, πρακτικά εξασφάλισαν τη συντριπτική νίκη κατά του αντάρτικου.

Οι Αμερικανοί και ο ρόλος των Ανακτόρων

Η ήττα του ΔΣΕ ήταν προδιαγεγραμμένη από τη στιγμή που οι Αμερικανοί αποφάσισαν να επενδύσουν στην Ελλάδα αλλά και λόγω της σαφούς απόφασης αρχικά του Στάλιν και μετέπειτα του Τίτο να μη στηρίξουν τους αντάρτες. Αντίθετα, το τέλος του Εμφυλίου ήλθε όταν η τότε Γιουγκοσλαβία έκλεισε τα σύνορα. Ο Πλακούδας περιγράφει τη συντριπτική ήττα του αντάρτικου, που αποτελεί μια ακόμα πρωτοτυπία η οποία καταγράφεται στον ελληνικό εμφύλιο. Η πλέον βασική επιδίωξη κάθε αντάρτικου είναι η διολίσθηση σε μακρό χρόνο και η φθορά του αντιπάλου, κάτι που ο ΔΣΕ όχι απλώς δεν κατάφερε, αλλά, αντίθετα, οδηγήθηκε σε στρατηγική ήττα.  

Οι σοβαρές επενδύσεις στη στρατιωτική δομή και υποδομή της χώρας είχαν, βέβαια, ακόμη έναν αντίκτυπο, αυτό της εξάρτησης και της υπονόμευσης της ποιότητας της Δημοκρατίας μέσα στην Ελλάδα. Οι νικητές κυνήγησαν και απέκλεισαν τους ηττημένους, ενώ η Ελλάδα δεν ακολούθησε την εξέλιξη της φιλελεύθερης δημοκρατίας στη Δύση.

Ενοχλητικοί συνειρμοί

Ωστόσο, όπως ορθά αναλύει ο συγγραφέας στο βιβλίο του, η ξένη ανάμειξη στα εσωτερικά της Ελλάδας, τελικά εξυπηρέτησε τις επιδιώξεις των Ανακτόρων, που βρέθηκαν να διαδραματίζουν μεταπολεμικά τον ισχυρότερο ρόλο που είχαν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Οι Αμερικανοί προφανώς είχαν στρατηγική επιδίωξη να εξασφαλίσουν την Ελλάδα έναντι του από Βορρά κινδύνου, ωστόσο οι εξελίξεις σε επίπεδο τοπικής πολιτικής φέρουν τη σφραγίδα της μεταπολεμικής ελληνικής μοναρχίας και των πολιτικών προσώπων τα οποία βρέθηκαν κοντά στο Παλάτι.

Η αναδίφηση σε ένα έργο που αφορά στην εποχή του Εμφυλίου, δυστυχώς, δημιουργεί ορισμένους ενοχλητικούς συνειρμούς. Και αυτοί συνδέονται αμιγώς με τη ρητορική η οποία χρησιμοποιείται τα τελευταία οκτώ χρόνια, ένθεν και ένθεν του πολιτικού φάσματος, με παραπομπές σε έναν πόλεμο ο οποίος τελείωσε πριν από σχεδόν 70 χρόνια. Υπό αυτό το πρίσμα, ένα βιβλίο για την πρώτη, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σύγκρουση δι’ αντιπροσώπων (proxies) των δύο υπερδυνάμεων αφενός βοηθάει την επιστημονική έρευνα, αφετέρου βοηθάει στην ψύχραιμη αποτίμηση μιας κρίσιμης περιόδου της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ