Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Θανάσης Αντετοκούνμπο: Η χαμογελαστή αριστεία

M​​πορεί η κίνηση του πρωθυπουργού να φωτογραφηθεί με τη φανέλα του Θανάση Αντετοκούνμπο να ήταν, όπως καταγγέλθηκε, «επικοινωνιακή». Ομως τι άλλο περιμέναμε από εκείνον ως μήνυμα κατά της ρατσιστικής επίθεσης που δέχτηκε ο μπασκετμπολίστας της εθνικής ομάδας;

Τι άλλο παρά έναν εύπεπτο –κατάλληλο για τα νέα μέσα– συμβολισμό;

Δεν είναι ό,τι κάνει ο Τσίπρας λάθος, ακόμη κι όταν το κάνει με λάθος κίνητρα. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι οι αδελφοί Αντετοκούνμπο δεν έχουν ανάγκη πολιτικής συνηγορίας. Είναι αμφότεροι όχι μόνο τόσο υπερεπιτυχημένοι και τόσο διάσημοι, ώστε να μπορούν να στείλουν μόνοι τους το μήνυμα. Είναι ταυτόχρονα και εξοπλισμένοι με ένα εκφραστικό μέτρο που τους επιτρέπει να αρθρώνουν το μήνυμα με νηφάλια απαξία –χωρίς καταγγελτική υστερία και απόλαυση της ηθικής τους υπεροχής, που θα ήταν πλήρως δικαιολογημένη έναντι εκείνων που κάθε φορά τους προσβάλλουν.

Περισσότερο και από την επαγγελματική τους επιτυχία, η προσφορά των δύο αθλητών στη δημόσια σφαίρα είναι αυτό το μέτρο: Η ικανότητά τους να παίζουν και τον ρόλο του ήρεμου υποδείγματος που διδάσκει χωρίς διδακτισμό.

Ναι, οι Αντετοκούνμπο είναι πολύ επιφανείς για να έχουν ως άτομα ανάγκη πολιτικής υπεράσπισης. Οι ίδιοι, ωστόσο, ως δημόσια πρόσωπα έχουν αποδειχτεί οι καλύτεροι συνήγοροι μιας κουλτούρας που η πολιτική δυσκολεύεται να καλλιεργήσει. Δυσκολεύεται γιατί, ακόμη κι όταν συμμερίζεται τους σκοπούς, δεν διαθέτει την ίδια γλώσσα – την άμεση γλώσσα, χωρίς θεατρινισμούς και ρητορικούς καταναγκασμούς, δύο παιδιών από τα Σεπόλια.

Λένε ότι δεν πρέπει να υπερεκτιμούμε την αποδοχή που απολαμβάνουν οι Αντετοκούνμπο. Οι Ελληνες που διαφέρουν όσο εκείνοι από τον ορθόδοξο ορισμό της ελληνικότητας εξακολουθούν να είναι ευάλωτοι. Εξακολουθούν να ζουν σε μια κοινωνία που –σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις πολιτισμικών αξιών, όπως αυτές της διαΝΕΟσις και του Ινστιτούτου Pew– πιστεύει στη δική της ανωτερότητα, όσο δυσκολεύεται να συμβιώσει με τη διαφορετικότητα.

Οι Αντετοκούνμπο είναι μόνον δύο – κι άλλοι δύο εκκολαπτόμενοι. Οι Τσουκαλάδες είναι χιλιάδες. Οι φορείς του ρατσισμού είναι πολλοί για να μπορεί να τους ανταγωνιστεί σε επιρροή το μοναχικό, στατιστικά αμελητέο, δίδυμο των σταρ του μπάσκετ. Κι ωστόσο, η δημοσιότητα αυτών των δύο λειτουργεί αφ’ εαυτής παιδαγωγικά. Είναι από μόνοι τους σύμβολα ενός άλλου πατριωτισμού. Οχι του πατριωτισμού της αρβύλας και του καλάσνικοφ. Ούτε του ψωροπατριωτισμού της γκρίνιας. Αλλά της χαμογελαστής αριστείας.

 

 

Πέτρος Τατσόπουλος: Η σημασία του φλου

Ό​​πως κάθε μιντιακό ζώο, τον Πέτρο Τατσόπουλο τον κυνηγούν τα λόγια του. Τον κυνηγούν οι δημόσιες στιγμές ιδιωματικού αυθορμητισμού, που συγχωρείται στους λογοτέχνες, αλλά όχι στους πολιτικούς. Μεθοριακή περίπτωση πολιτικού, σε μια εποχή που η ίδια η πολιτική μεθοριοποιήθηκε, ο Τατσόπουλος διακρίθηκε όχι μόνο επειδή διέβη τις ρευστές κομματικές γραμμές. Διακρίνεται επειδή είναι ο πρώτος που επισήμως διέβη και το ρήγμα του διχασμού, διανύοντας την απόσταση από τον ΣΥΡΙΖΑ στη Ν.Δ.

Η ένταξή του στο γαλάζιο ψηφοδέλτιο πυροδότησε κριτική όμοια από τα αριστερά και από τα δεξιά. Οι συριζαίοι τον αντιμετώπισαν ως έκπτωτο και οι παλαιοδεξιοί ως εισβολέα. Η αλήθεια είναι ότι πολλές από τις απόψεις που εκφράζει σταθερά ο Τατσόπουλος τον κατατάσσουν στη φιλελεύθερη μειοψηφία του νέου του κόμματος. Αυτός όμως δεν ήταν ο στόχος; Δεν είναι ο στόχος των μεταγραφών να διευρύνουν το βεληνεκές της κομματικής απήχησης; Αν η Ν.Δ. δεν επεκταθεί προς το Κέντρο, προς τα πού της απομένει να κινηθεί; Δεξιότερα δεν υπάρχει χώρος. Ο Μητσοτάκης έκανε στο Μακεδονικό μια στρατηγική κίνηση στεγανοποίησης της δεξιάς του. Δεν θα μπορούσε περαιτέρω να ανταγωνιστεί σε βουκεφαλισμό τα σχήματα του λούμπεν εθνικισμού. Οπου η Κεντροδεξιά επιχείρησε να κινηθεί δεξιότερα κατέληξε απλώς να νομιμοποιήσει την ατζέντα της Ακροδεξιάς – πλην της Αυστρίας, όπου η Ακροδεξιά άλωση του κόμματος συντελέστηκε εκ των έσω.

Ο μόνος χώρος στον οποίο μπορεί να αναζητήσει η Ν.Δ. νέα ερείσματα είναι αυτός στον οποίο κινείται ο Τατσόπουλος – ακόμη και αν ο ίδιος ο Τατσόπουλος είναι πολύ φλου για να μπορεί να ταξινομηθεί σε έναν χώρο.

Εχει ενδιαφέρον ότι η πτέρυγα της Δεξιάς που αντιδρά στον Τατσόπουλο –επειδή τον βρίσκει εθνικώς ανεπαρκή ή κοινωνικώς ανορθόδοξο– είναι η ίδια που αντιδρά και σε αυτό που καταγγέλλει ως εισοδισμό της Ακροδεξιάς. Οι «μουσαφιραίοι», λένε για όσους ήρθαν στη Ν.Δ. από τον ΛΑΟΣ. Ως ανεπιθύμητους μουσαφιραίους καταγγέλλουν προληπτικά και όσους από την Κεντροαριστερά φημολογείται ότι συζητούν με τη Ν.Δ. Αυτή η διπλή αποστροφή εκδηλώνεται στο όνομα μιας κομματικής καθαρότητας που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευφημισμός του απομονωτισμού. Ο πυρήνας αυτός και οι μιντιακές του απολήξεις στην πραγματικότητα δεν ενοχλούνται ούτε από την Ακροδεξιά ούτε από την εκσυγχρονιστική εισπήδηση. Ενοχλούνται από την ιδέα του ανοιχτού κόμματος – και από την πραγματικότητα της νεομητσοτακικής ηγεσίας του. Γι’ αυτούς τους δεξιούς, καλή Κεντροαριστερά είναι ο Τσίπρας. Και καλή Κεντροδεξιά ο Παπαγγελόπουλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ