ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πραγματική καθίζηση, της τάξης του 42%, υπέστη το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών κατά την περίοδο της κρίσης και ειδικότερα την περίοδο 2009-2014, όπως αποκαλύπτει η νέα έρευνα της διαΝΕΟσις για τις επιπτώσεις της κρίσης στα εισοδήματα των Ελλήνων, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.

Αναλογικά μεγαλύτεροι χαμένοι, όπως αποκαλύπτει η έρευνα, είναι οι εργαζόμενοι σε σύγκριση με τους συνταξιούχους, οι νέοι σε σύγκριση με τους μεγαλύτερους και οι υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου σε σύγκριση με τους χαμηλότερου επιπέδου.

Η έρευνα, της οποίας υπεύθυνος είναι ο καθηγητής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου Μάνος Ματσαγγάνης, χαρτογραφεί αναλυτικά τις συνέπειες της κρίσης, ανά εισοδηματική ομάδα, ηλικία, επάγγελμα και φύλο, επισημαίνει τις αλλαγές που έφερε στην κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού και τις επιπτώσεις της στην ανισότητα. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η απώλεια του 42% του διαθεσίμου εισοδήματος είναι πολύ μεγαλύτερη από τη μείωση του ΑΕΠ κατά 26% την ίδια περίοδο. Η ερμηνεία είναι προφανής. «Το υπόλοιπο μέρος δεν μπορεί παρά να αποδοθεί στη μεγάλη αύξηση της φορολογίας που συνέβη την ίδια περίοδο», επισημαίνουν. Η μέση μείωση του μηνιαίου εισοδήματος την περίοδο 2009-2014 ήταν 513 ευρώ, διαπιστώνει η έρευνα.

Ορισμένα, ακόμη, βασικά συμπεράσματα, ενίοτε αναπάντεχα, είναι τα εξής:

• Η κρίση έπληξε περισσότερο τους εργαζομένους απ’ ό,τι τους συνταξιούχους. Οι τελευταίοι έχασαν το 32,5% του εισοδήματός τους, ενώ οι μισθωτοί το 38,6% και οι αυτοαπασχολούμενοι το 40,3%.

• Οι νέοι ήταν οι μεγάλοι χαμένοι της κρίσης. Στην ηλικία 18-29 ετών οι απώλειες εισοδήματος την περίοδο 2009-2014 ήταν 44,8%, ενώ στην ηλικία 65 ετών και πάνω ήταν 33,5%.

• Οι απώλειες είναι μεγαλύτερες στο υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Φθάνουν το 45,1% για όσους έχουν πτυχίο και πάνω και περιορίζονται στο 37,5% για αποφοίτους δημοτικού και κάτω.

• Συγκριτικά μεγαλύτερες απώλειες υπέστησαν οι ξένοι που ζουν στην Ελλάδα και κυρίως οι υπήκοοι εκτός Ε.Ε. Το εισόδημά τους μειώθηκε το διάστημα 2009-2014 κατά 42,5%, έναντι 41,7% των Ελλήνων υπηκόων, αλλά οι ίδιοι είχαν δει μειώσεις και την περίοδο 2003-2009 (12,8%) έναντι αυξήσεων των Ελλήνων υπηκόων (17,4%), με αποτέλεσμα οι συνολικές απώλειες την περίοδο 2003-2014 να έχουν περιορίσει το εισόδημά τους στο μισό.

• Τα εισοδήματα των γυναικών μειώθηκαν οριακά λιγότερο (κάτω από 1%) σε σύγκριση με των ανδρών.

• Οι απώλειες ήταν μεγαλύτερες για οικογένειες με 1-2 παιδιά, παρά για εκείνες χωρίς παιδιά ή με τρία παιδιά και άνω.

Η εξέλιξη των αμοιβών

Η έρευνα παραθέτει ειδικό κεφάλαιο για την εξέλιξη των αμοιβών, πέρα από τα εισοδήματα συνολικά. Επικαλούμενη στοιχεία της Eurostat, αναφέρει ότι κατά την περίοδο 2008-2016 η μέση αμοιβή μειώθηκε κατά περισσότερο από ένα πέμπτο (-21,8%) ανά εργαζόμενο.

Η μέση μείωση των αμοιβών, κατά την περίοδο 2009-2017, σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία του 2009 του ΙΚΑ και του 2017 του ΕΦΚΑ, φθάνει το 30% σε αποπληθωρισμένα μεγέθη. Η μέση αμοιβή ενός εργαζομένου ηλικίας 25-29 ετών τον Δεκέμβριο 2017 ήταν 613 ευρώ τον μήνα, ενώ οκτώ χρόνια νωρίτερα ήταν 997 τον μήνα σε σημερινές τιμές (μείωση 38%). Η μέση αμοιβή ενός εργαζομένου ηλικίας 55-59 ετών μειώθηκε την ίδια περίοδο από 1.716 ευρώ σε 1.227 τον μήνα σε σταθερές τιμές Δεκεμβρίου 2017 (μείωση 26%).

Φτωχότεροι και πλουσιότεροι

Οι «νεόπτωχοι της κρίσης» είναι ένα από τα ενδιαφέροντα φαινόμενα που αναδεικνύεται από τη μελέτη της διαΝΕΟσις. Στο ερώτημα αν οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι στην περίοδο της κρίσης, η απάντηση είναι: Οχι ακριβώς. Κατ’ αρχάς, βεβαίως, ελάχιστοι έγιναν πλουσιότεροι. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το φτωχότερο δεκατημόριο του πληθυσμού ήταν το 2014 κατά 56% φτωχότερο από το αντίστοιχο δεκατημόριο του 2009, ενώ το πλουσιότερο δεκατημόριο είχε απώλειες 42% την ίδια περίοδο. Επιπλέον, όμως, σημαντικό στοιχείο είναι ότι η σύνθεση των φτωχότερων και πλουσιότερων ομάδων του πληθυσμού διαφοροποιήθηκε στη διάρκειά της κρίσης. Ετσι, οι φτωχοί της αρχής της κρίσης δεν είναι απαραιτήτως οι φτωχοί του τέλους της.

Οπως προκύπτει από την έρευνα, οι φτωχότεροι του 2009 είχαν μια μικρή βελτίωση το 2012 (62 ευρώ μηνιαίως), ενώ οι πλουσιότεροι είχαν απώλεια 853 ευρώ. Δηλαδή, από τη σκοπιά του 2009, σημειώνει η έρευνα, φαίνεται ότι οι φτωχοί έγιναν λιγότερο φτωχοί και οι πλούσιοι λιγότερο πλούσιοι.

Αντίθετα, με βάση την εισοδηματική κατανομή του 2012, στην περίοδο 2009-2012 το φτωχότερο 10% του πληθυσμού είχε διπλάσιες απώλειες από το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού (404 ευρώ έναντι 205 ευρώ η μέση μηνιαία απώλεια για την κάθε ομάδα). Εδώ φαίνεται, δηλαδή, ότι οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και οι πλούσιοι υπέστησαν τις μικρότερες απώλειες.

Στους φτωχότερους του 2012, σημειώνουν οι αναλυτές, «βρίσκονται νοικοκυριά που υπέστησαν τα χρόνια της κρίσης τρομακτικές απώλειες, κατά μέσον όρο ύψους 71%. Πρόκειται δηλαδή συχνά για “εκπεσόντες” από ανώτερα εισοδηματικά δεκατημόρια που είδαν την κρίση να μειώνει δραματικά τα εισοδήματά τους και οδηγήθηκαν έτσι στο φτωχότερο κομμάτι του πληθυσμού». Την περίοδο της κρίσης, εξάλλου, αυξήθηκε σημαντικά ο σχετικός κίνδυνος της φτώχειας των παιδιών.

Ενα ακόμη κρίσιμο θέμα που αναλύει η μελέτη είναι αυτό της διαγενεακής κινητικότητας, που παραπέμπει στην ισότητα των ευκαιριών στη χώρα. Συγκεκριμένα, επιχειρεί να απαντήσει στα εξής ερωτήματα: Πόσες πιθανότητες έχει ένα παιδί που μεγαλώνει σε μια φτωχή οικογένεια να καταλήξει κι αυτό φτωχό ως ενήλικας; Και πόσες είναι οι πιθανότητες να ζήσει μια πιο άνετη ζωή; Σύμφωνα με τη μελέτη, το 59,5% ατόμων ηλικίας 25-29 ετών που «τα έβγαζε πέρα δύσκολα» στην Ελλάδα είχε μεγαλώσει σε οικογένειες που και αυτές τα έβγαζαν πέρα δύσκολα (54,9% στο σύνολο της Ε.Ε.). Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, στην Ελλάδα είναι 2,2 φορές πιθανότερο κάποιος που έχει μεγαλώσει σε οικογένεια που τα «βγάζει πέρα δύσκολα» να τα βγάζει πέρα δύσκολα σήμερα ως ενήλικας, παρά να τα «βγάζει πέρα εύκολα». Η σχετική πιθανότητα στην Ε.Ε. είναι ακόμη μεγαλύτερη όμως: 2,8 φορές. Η οικονομική κατάσταση των γονιών κάποιου είναι λιγότερο πιθανό να προσδιορίζει την οικονομική δυσπραγία του στην Ελλάδα από ό,τι στην Ε.Ε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ