ΒΙΒΛΙΟ

«Κρατήθηκα μακριά σου όσο άντεξα»

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ολομόναχος
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 101

Tην ιστορία του πατέρα οφείλει κάποτε να τη διηγηθεί στον δικό του γιο. «Θα με μισήσεις, θα δεις…» λέει –ίσως προφητικά– σε ένα φανταστικό διάλογο με τον γιο του. «Οπως μίσησα εγώ τον πατέρα μου, για να τον ξαναγαπήσω κάποτε – πολύ αργά». Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, σχεδιάζοντας, όπως λέει, μια «αυτοβιογραφική προφητεία», πηγαίνει πολύ βαθιά σε μια ενδοσκόπηση που απλώνεται σαν σκιαγραφικό υγρό και καθώς διηγείται τη σχέση του με τον δικό του πατέρα, που πέθανε τον Φεβρουάριο του 2007, ορίζει ένα ψυχικό τοπίο για την αλληλουχία των γενεών. Σε αυτό το σύντομο και πυκνό αφήγημα, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος επιχειρεί κάτι που δεν είναι αυτονόητο. Αποδέχεται τον πατέρα του μετά θάνατον, καθώς τον τελευταίο καιρό εκείνος «έρχεται και μιλάμε, λες και ήρθε η ώρα να πούμε όσα δεν είπαμε όταν έπρεπε». Και η δυνατή εσωτερική ανάγκη για αναψηλάφηση, αν όχι για κανονική εξόρυξη, έρχεται σε μια στιγμή προσωπικής κρίσης, όταν, στη μέση ηλικία, αρχίζει καινούργια ζωή που στεγάζεται σε εκατό τετραγωνικά. Μετά τη δίκη για την κηδεμονία του γιου του, του επιτρέπεται να τον βλέπει «μία φορά την εβδομάδα, κάθε Τετάρτη, για τρεις ώρες, και κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο».

Η νομική υποτίμηση του δεσμού πατέρα και γιου πυροδοτεί αγωνίες. «Αναλογίζομαι την ιστορία του πατέρα μου που οφείλω κάποτε να διηγηθώ στον γιο μου». Μεγάλος πια ο ίδιος, διαπιστώνει πως την ιστορία του πατέρα του την ήξερε «λειψή». «Πολύ αργά ανακάλυψα πως στην πραγματικότητα μεγάλωσα με έναν άγνωστο, έναν άνθρωπο του οποίου η συμπεριφορά ήταν ακατανόητη, ανεξήγητη, σχεδόν παράλογη ώρες ώρες. Πώς θα πείσω τον γιο μου να μην κάνουμε το ίδιο; Πώς θα τον κάνω να βιαστεί – να μη μας προλάβει ο χρόνος;».

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γράφει ένα γενναίο βιβλίο, που όχι μόνο έρχεται να αθροιστεί σε μια παράδοση κειμένων «πατρικής κληρονομιάς», αλλά προεκτείνεται σε μια ανασύσταση της ζωής του πατέρα που ενέχει θέση μικρής βιογραφίας, ένθετης και αλληλένδετης με τη μεγάλη πράξη της υιικής αποδοχής. Ο νοσηλευόμενος πατέρας προκαλεί τη θερμή συμπαράσταση του γιου, που αποπειράται να βρει απαντήσεις σε όσα δεν ρώτησε ποτέ, όπως για ποιο λόγο οι γονείς του παντρεύτηκαν δεκαπέντε χρόνια μετά τη γνωριμία τους. Την αποκάλυψη θα την κάνει αργότερα η ίδια η μητέρα, μια απάντηση-σοκ, που θα πυροδοτήσει την αναθεώρηση της ιδρυτικής σχέσης με τον πατέρα («Ο πατέρας πρωτοείδε τη μάνα το 1946 – εκείνος ήταν δεκαεννιά κι εκείνη δεκατεσσάρων. Αρεσαν ο ένας στον άλλον από την πρώτη ματιά»).

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος δεν εξωραΐζει. Μιλάει και με σκληρή γλώσσα, και για τον πατέρα και για τον εαυτό του. Αναγνωρίζει τις κομμένες γέφυρες, τους εγωισμούς, τις καλυμμένες ευαισθησίες. Ο πατέρας δεν τα πήγαινε καλά με τις διαχύσεις, εκείνος ήταν έφηβος, ήταν νέος που ήθελε μια κιθάρα και να γράφει. «Ηταν τόσο εύκολο να κοιτάζομαι στον καθρέφτη και να λέω πως δεν σου μοιάζω. Κρατήθηκα μακριά σου όσο άντεξα»…

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ