ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εως και 15,9 δισ. ευρώ ετησίως μπορούν να προσθέσουν στα έσοδα από τον τουρισμό η ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού ταξιδιωτικού προϊόντος και η ανάπτυξη νέων προορισμών, σύμφωνα με μελέτη για τον κλάδο της PwC. Για να καταστεί, όμως, αυτό δυνατό και να διπλασιαστούν τα έσοδα, από 15,5 δισ. στα οποία υπολογίζεται ότι θα κλείσει το 2018 στα 31 δισ. όπως δυνητικά εκτιμά η PwC, θα πρέπει να αλλάξει στρατηγική τόσο ο ιδιωτικός όσο και ο δημόσιος τομέας. Και, κυρίως, θα πρέπει να απεγκλωβιστούν κεφάλαια που είναι επενδεδυμένα στην ευρύτερη «άγονη» τουριστικά περιφέρεια, αλλά κι εκείνα που παραμένουν παγιδευμένα σε επιχειρήσεις με κόκκινα δάνεια.

Τέσσερις πολιτικές

Σύμφωνα με τη μελέτη που παρουσίασε ο εντεταγμένος σύμβουλος της PwC Κώστας Μητρόπουλος, τέσσερις είναι οι πολιτικές που μπορούν να διευκολύνουν την υλοποίηση των επενδυτικών στρατηγικών και να προσθέσουν αξία στην οικονομία:

1. Προσέλκυση τουριστών με υψηλό εισόδημα (+6,9 δισ. ευρώ τουριστικές εισπράξεις).

2. Εισαγωγή συμπληρωματικών προϊόντων (+2,6 δισ. ευρώ τουριστικές εισπράξεις).

3. Επέκταση ζήτησης σε δευτερεύοντες προορισμούς (+2,1 δισ. ευρώ έσοδα ξενοδοχείων σε δευτερεύοντες προορισμούς).

4. Αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος (+4,3 δισ. ευρώ πρόσθετο ΑΕΠ ανά έτος).

«Προβάδισμα θα πρέπει να δοθεί στην εντατικοποίηση της χρήσης των επενδεδυμένων κεφαλαίων ενισχύοντας τη ζήτηση εκτός μηνών και προορισμών αιχμής», προσέθεσε από την πλευρά του ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου ΣΕΤΕ, Αρης Ικκος, σε μια δεύτερη έρευνα που παρουσιάστηκε παράλληλα και η οποία εξάγει, πάντως, παρεμφερή συμπεράσματα με αυτή της PwC.

Σχεδόν το 77% της συνολικής χωρητικότητας κλινών συγκεντρώνεται σε κύριους προορισμούς, δηλαδή Αιγαίο, Κρήτη και Αττική. Μελετώντας τους ισολογισμούς αντιπροσωπευτικού δείγματος της τάξης των 1.250 ξενοδοχειακών επιχειρήσεων η PwC διαπιστώνει πως η οικονομική τους απόδοση αντικατοπτρίζει τις αναντιστοιχίες ζήτησης/προσφοράς καθώς και τη σχετική ανταγωνιστικότητα των ξενοδοχειακών μονάδων. Η οικονομική απόδοση διαφέρει ανάλογα με την περιοχή, την κατηγορία αστέρων και το μέγεθος της μονάδας. Ετσι στην περιφέρεια δεν υπάρχει πρακτικά κερδοφορία, ενώ υπάρχουν πολλά κόκκινα δάνεια. Στους δε προαναφερθέντες προορισμούς οι επιδόσεις είναι πολύ καλύτερες. Μάλιστα, παρά το γεγονός πως τα τελευταία έτη αυξάνονται τα πεντάστερα, κυρίως με αναβαθμίσεις υπαρχόντων μονάδων, είναι ορισμένα τετράστερα και τριάστερα του νοτίου Αιγαίου που καταγράφουν τις υψηλότερες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων.

Να σημειωθεί πως, σύμφωνα με την PwC, σχεδόν το 51% όλων των ξενοδοχείων είναι Stars (διεθνώς ανταγωνιστικά δηλαδή) και περίπου το 22% είναι Zombies, δηλαδή ξενοδοχειακές επιχειρήσεις υπερδανεισμένες, που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους όχι μόνο λόγω της απουσίας λειτουργικής κερδοφορίας αλλά και εξαιτίας πολύ χαμηλών τζίρων. Τα Stars, πάντως, αποτελούν την πλειονότητα στους κύριους προορισμούς, τείνουν να βρίσκονται στην κατηγορία 4 αστέρων και είναι μονάδες μικρότερου μεγέθους. Τα περισσότερα ξενοδοχεία Zombies βρίσκονται σε δευτερεύοντες προορισμούς και τείνουν να είναι μεγάλα ξενοδοχεία 5 αστέρων. Μεταξύ των Stars και των Zombies, όμως, υπάρχει μια «γκρίζα ζώνη», που περιλαμβάνει το υπόλοιπο 34% των ξενοδοχειακών μονάδων, τα οποία μπορούν να μετεξελιχθούν είτε σε κερδισμένους είτε σε χαμένους. «Υπάρχουν περίπου 400 ξενοδοχεία Grey τα οποία απαιτούν οικονομική αναδιάρθρωση πριν προσελκύσουν νέες επενδύσεις, αλλά αυτό μπορεί να απαιτεί διαγραφή χρεών ύψους 2,6 δισ. ευρώ», επισημαίνει ο Κ. Μητρόπουλος.

Επενδύσεις

«Τα ελληνικά ξενοδοχεία απαιτούν κυρίως επενδύσεις ανακαίνισης, αφού υπάρχει άφθονη διαθέσιμη χωρητικότητα. Μόνο κατά την περίοδο αιχμής, στους κύριους προορισμούς, ενδέχεται να υπάρξουν ελλείψεις χωρητικότητας έως το 2022. Μέχρι τότε, αναμένεται να χρειαστούν 24.000 νέες κλίνες, ενώ μέρος αυτής της δυναμικότητας θα προέλθει από νέα έργα (greenfield) που βρίσκονται στη διαδικασία λήψης αδειών», σημειώνει. Οι συνολικές ξενοδοχειακές ανάγκες υπολογίζονται σε περίπου 6,2 δισ. για μια περίοδο πέντε ετών και κατανέμονται σε 1 δισ. για την κατασκευή επιπλέον κλινών, 4,8 δισ. για την αναβάθμιση της υπάρχουσας χωρητικότητας και 0,3 δισ. για συντήρηση.

Σύμφωνα με την PwC, υπάρχουν αυτή την περίοδο 65 λειτουργικές ξενοδοχειακές εταιρείες και 35 ξενοδοχειακά ακίνητα προς πώληση από τράπεζες ή μετόχους, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 3% του συνολικού διαθέσιμου ξενοδοχειακού δυναμικού. Ομως η αναντιστοιχία προσδοκιών μεταξύ πωλητών και πιθανών αγοραστών είναι τεράστια και έτσι οι συναλλαγές είναι λιγοστές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ