ΕΛΛΑΔΑ

Τα όρια της δημοσιογραφίας

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Στάμος, Χρύση, Κων. Ζούλας.

Στο τελευταίο του άρθρο που δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη «Κ» στις 12 Μαρτίου του 2017, σε ένα σημείο της πολιτικής ανάλυσής του, αισθάνθηκε την ανάγκη να απευθυνθεί στους αναγνώστες του: «Φίλες και φίλοι. Από τα πρώτα, κιόλας, βήματά μου στη δημοσιογραφία, προσπάθησα να ακολουθήσω πιστά τις διδαχές, όχι μόνον διαπρεπών δημοσιογράφων, που η τύχη με ευνόησε να έχω δασκάλους, αλλά και μεγάλων πολιτικών, που με τίμησαν, ως αξιόπιστο συνομιλητή τους. Απ’ αυτούς έμαθα να δίνω μεγαλύτερη προσοχή στους επικριτές ή διαφωνούντας, με τα γραπτά μου, και λιγότερο να επηρεάζομαι από επιβραβεύσεις και εγκώμια». Σήμερα, που ο Στάμος Ζούλας δεν είναι ανάμεσά μας, πέθανε χθες σε ηλικία 81 ετών, η παράγραφος αυτή θα μπορούσε να έχει και τη θέση της δημοσιογραφικής παρακαταθήκης του.

Ο γεννημένος στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας το 1937 Στάμος Ζούλας κατέκτησε τη δική του ιστορία στην ελληνική δημοσιογραφία και στην «Καθημερινή», με την οποία συνδέθηκε, με μικρά διαλείμματα, από τη Μεταπολίτευση και μετά. Πολιτικός συντάκτης, επικεφαλής του πολιτικού ρεπορτάζ, αρχισυντάκτης, σύμβουλος έκδοσης και διευθυντής της από το 1996 έως το 2002.

Δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί, ειδικά όταν αφορούν ανθρώπους με περισσότερο από μισό αιώνα παρουσίας στον Τύπο, που είδαν και κατέγραψαν από κοντά ιστορικές στιγμές της πολιτικής ζωής της χώρας. Σταθερός και στενός –εξ απορρήτων– συνομιλητής του Κωνσταντίνου Καραμανλή (αναφέρεται σε πολλά περιστατικά της σχέσης τους στο βιβλίο του «Οσα δεν έγραψα...», εκδόσεις Καστανιώτη), γνώρισε από κοντά πολιτικές προσωπικότητες, διατηρώντας πάντα τις δεοντολογικά υποχρεωτικές ισορροπίες και αποστάσεις, είτε δημοσιογραφούσε είτε κατείχε θέσεις ευθύνης. «Προσπαθούσα πάντοτε να ανταποκρίνομαι στην επιβεβλημένη διάκριση μεταξύ πολιτικού ρεπορτάζ και δημοσιογραφικού παραγοντισμού», γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του.

Δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί όταν αφορούν μια πλούσια, όχι μόνον επαγγελματικά αλλά και σε συναισθήματα, εμπειρίες και χιούμορ (πολύ χιούμορ, βρετανικού, σχεδόν, φλέγματος και σαρκασμού), ζωή· ειδικά όταν συνυπάρχεις στον ίδιο χώρο, σας συνδέουν τα πολλά μικρά και επουσιώδη, χαρές, εντάσεις, άφθονο άγχος, προθεσμίες, «μετρημένες» –και κυριολεκτικά– πάντα λέξεις, μικροδράματα και συγκινήσεις, μιας καθημερινότητας ενταγμένης στην ευρύτερη «οικογένεια» μιας εφημερίδας.

Ο Στάμος Ζούλας, «αμφιρρέπους μεταξύ μετριοπάθειας και οξύτητας» (δική του η έκφραση, για να χαρακτηρίσει τη στάση πολιτικού), είχε και ο ίδιος μια αστική μετριοπάθεια και μια διαβολική οξύτητα που δεν χαριζόταν, χωρίς ποτέ να γίνεται προσβλητικός. Ηταν καλός αναγνώστης κειμένων, πολύ γενναιόδωρος όταν κάτι του άρεσε, εκτιμούσε και στήριζε το καινούργιο και την παρέκκλιση, αρκεί να μην ήταν «δήθεν» και κατασκευασμένη. Διηγείται πώς αντέδρασε ο Κων. Καραμανλής όταν ως «λογογράφος» του (τα εισαγωγικά γιατί δεν είναι ακριβής η έννοια, όπως εξηγεί στο βιβλίο) τού διάβασε κείμενο ομιλίας που είχε γράψει, με αφορμή τα 10 χρόνια από την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ: «Μπορεί να είσαι καλός δημοσιογράφος, αλλά ως πολιτικός θα υστερούσες και ως διπλωμάτης θα ήσουν μάλλον απαράδεκτος». Κρατάμε ως επίλογο την κρίση του Κων. Καραμανλή. Γιατί μέσα από μια τυχαία αποτίμηση απέδωσε στον Στάμο Ζούλα τα εύσημα που του αναλογούν. Σε μια εποχή που όλοι οι ρόλοι είναι διαπερατοί, εκείνος έθετε τα όρια και τους όρους του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ