Όταν ήταν μικρή, ήθελε έναν σκύλο, ένα σπίτι με εσωτερική σκάλα για μια οικογένεια, ένα τετράθυρο στέισον βάγκον και ονειρευόταν ότι θα γίνει παιδίατρος. Κατέληξε να ζει στον Λευκό Οίκο, με τα 132 δωμάτια, τα 35 μπάνια και 28 τζάκια σε έξι ορόφους, στην ιδιωτική κατοικία των 1.800 τ.μ., με δικό της μπουντουάρ, και να μετακινείται με θωρακισμένα οχήματα και άνδρες της Μυστικής Υπηρεσίας για ασφάλεια. Αυτό που δεν άλλαξε ποτέ ήταν το όνειρό της για μια ολοδική της δεμένη οικογένεια – απέκτησε και σκύλο, όχι έναν, δύο.

Η ιστορία της Μισέλ Ομπάμα δεν είναι αυτή μιας μοντέρνας Αφροαμερικανής Σταχτοπούτας. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας από μια μη προνομιούχο μαύρη οικογένεια, που μεγάλωσε σε μια μεσοαστική γειτονιά του Σικάγο, με όπλα την αποφασιστικότητά της και την πίστη της στη δύναμη της μόρφωσης και της σκληρής δουλειάς, και έφτασε να επανανοηματοδοτήσει τον ρόλο και το έργο της Πρώτης Κυρίας των ΗΠΑ. Η ιστορία της Μισέλ δεν είναι εύκολο να επαναληφθεί -αλλά δεν είναι και δύσκολο- και γι’ αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως έμπνευση για πολλές ακόμα γυναίκες παγκοσμίως· αυτός έγινε τελικά ο στόχος της. «Είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, που βρέθηκα σε ένα ασυνήθιστο ταξίδι. Με το να μοιράζομαι την ιστορία μου, ελπίζω να βοηθήσω να δημιουργηθεί χώρος για άλλες ιστορίες και άλλες φωνές, να πλατύνει ο δρόμος για να περάσουν κι άλλοι και για άλλους λόγους», γράφει στις τελευταίες σελίδες της αυτοβιογραφίας της με τίτλο «Becoming», που κυκλοφόρησε πρόσφατα μεταφρασμένο σε 31 γλώσσες και έχει ήδη πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα – στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΘΕΝΣ Bookstore Publications.

 


Φοιτήτρια στο «λευκό και ανδροκρατούμενο», όπως το χαρακτηρίζει, Πρίνστον.

 

Κοτσιδάκια και Μπάρμπι 

Η Μισέλ Λαβόν Ρόμπινσον μεγάλωσε στη γειτονιά Σάουθ Σορ του Σικάγο, στον πρώτο όροφο μιας νοικοκυρεμένης μεζονέτας, που ανήκε στη θεία της μητέρας της. Είχε κοτσιδάκια στα μαλλιά, έπαιζε με Μπάρμπι, έχτιζε βασίλεια με τουβλάκια, έκανε τον μεγάλο της αδελφό, τον Κρεγκ, ό,τι ήθελε και κατόρθωνε πάντα να παίρνει άριστα στο σχολείο. «Ο πατέρας μου, ο Φρέιζερ, με έμαθε να δουλεύω σκληρά, να γελάω συχνά και να κρατάω τον λόγο μου», γράφει. «Η μητέρα μου, η Μαριάν, μου έδειξε πώς να σκέφτομαι μόνη μου και πώς να λέω την άποψή μου». Οι γονείς της κοιμούνταν στη μοναδική κρεβατοκάμαρα και τα παιδιά μοιράζονταν το καθιστικό, που κάποια στιγμή, με φθηνές ξύλινες σανίδες, χώρισαν σε δύο δωμάτια. Αποφοίτησε με άλλα 1.900 παιδιά από το λύκειο Γουίτνι Μ. Γιανγκ και έγινε δεκτή στο «υπερβολικά λευκό και ανδροκρατούμενο» Πρίνστον, όπου «οι πρωτοετείς από τη μαύρη φυλή δεν έφταναν ούτε το 9% του συνόλου της τάξης». Πήρε πτυχίο νομικής από το Χάρβαρντ, πάντα «προσηλωμένη στους στόχους μου και αποφασισμένη να μη μου ξεφύγει κανείς», γράφει. Παραδέχεται όμως ότι «έτσι είναι η ζωή ενός κοριτσιού που δεν μπορεί να σταματήσει να αναρωτιέται “είμαι όσο καλή χρειάζεται;” και εξακολουθεί να θέλει να αποδείξει στον εαυτό της την απάντηση» αλλά έχει και «μια αντανακλαστική επιθυμία να έχω την αποδοχή των άλλων».

Ένα εξωτικό σπασικλάκι 

Μέρος των υποχρεώσεων της Μισέλ στη νομική εταιρεία Σίντλι & Όστιν όπου προσελήφθη ήταν να αναλάβει ως μέντορας έναν καλοκαιρινό συνεργάτη. Της ανετέθη ένα «εξωτικό σπασικλάκι» από τη Χαβάη -σκεφτόταν-, ο πρωτοετής του Χάρβαρντ Μπαράκ Ομπάμα, που τον ακολουθούσε η φήμη του παιδιού-θαύμα. Σύντομα κέρδισε τον θαυμασμό και τη φιλία της «τόσο για την αυτοπεποίθησή του όσο και για τη σοβαρή συμπεριφορά του. Ήταν αναζωογονητικός, αντισυμβατικός και με περίεργο τρόπο κομψός». Χρειάστηκαν πολλοί μήνες μέχρι να τον ερωτευτεί βαθιά και παράφορα. Έδωσαν το πρώτο τους φιλί ενώ κάθονταν στο πεζοδρόμιο τρώγοντας παγωτό έξω από το σπίτι του Ομπάμα. «Από τη στιγμή που αφέθηκα να νιώσω κάτι για τον Μπαράκ, τα συναισθήματα ήρθαν σαν θύελλα – σαν ανατρεπτική έκρηξη ηδονής, ευγνωμοσύνης, ολοκλήρωσης, θαυμασμού», γράφει σε ένα σημείο και σε ένα άλλο: «Μου φαινόταν σαν μονόκερος των παραμυθιών – τόσο ασυνήθιστος, που να αναρωτιέσαι αν είναι πραγματικός».

Δύο εξωσωματικές αργότερα η Μισέλ και ο Μπαράκ Ομπάμα έγιναν γονείς δύο κοριτσιών, της Μάλια και της Σάσα. «Και να πώς εξελίχθηκε η καινούργια αριθμητική της οικογένειας», γράφει: «Είχαμε δύο παιδιά, τρεις δουλειές, δύο αυτοκίνητα, ένα διαμέρισμα και, καταπώς φαινόταν, μηδέν ελεύθερο χρόνο». Εκείνη εργαζόταν πια στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Σικάγο ως εκτελεστική διευθύντρια για τις σχέσεις με την κοινότητα, ο Μπαράκ δίδασκε στη Νομική Σχολή και νομοθετούσε στη Γερουσία. Σύντομα χρειάστηκε να επισκεφτούν έναν σύμβουλο γάμου για να σώσουν τη σχέση τους· και τα κατάφεραν. Το μεγάλο τους πρόβλημα υπήρξε η επιθυμία του Μπαράκ να ασχοληθεί με την πολιτική και η αντίθεση της Μισέλ. «Ήθελα τον Μπαράκ για την οικογένειά μας. Όλοι οι άλλοι έδειχναν να τον θέλουν για τη χώρα μας», γράφει. Σε άλλο σημείο του βιβλίου εξομολογείται ότι υπήρχε κάτι στην πολιτική που της προκαλούσε ναυτία και κάπου αλλού ότι «υπήρχαν μέρες, εβδομάδες και μήνες που σιχαινόμουν την πολιτική». Ακόμα και έχοντας περάσει οκτώ χρόνια στον Λευκό Οίκο δεν άλλαξε γνώμη: «Ποτέ δεν ήμουν λάτρης της πολιτικής και η εμπειρία μου δεν έχει συμβάλει και πολύ για να το αλλάξει αυτό». Και δηλώνει κατηγορηματικά ότι «δεν έχω καμία πρόθεση να βάλω υποψηφιότητα, ποτέ».

 

 

FLOTUS και «Renaissance»

«Δεν υπάρχει εγχειρίδιο για τις νεοεισερχόμενες Πρώτες Κυρίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν είναι επάγγελμα με την τεχνική έννοια, ούτε επίσημος κρατικός τίτλος. Δεν έχει μισθό, ούτε συγκεκριμένες υποχρεώσεις», συνειδητοποίησε η Μισέλ. Ήταν πια η FLOTUS (First Lady of the US) και η Renaissance, το κωδικό της όνομα για τη Μυστική Υπηρεσία. «Εμένα θα με μετρούσαν με διαφορετικό κριτήριο. Ως η μόνη Αφροαμερικανή Πρώτη Κυρία που μπήκε στον Λευκό Οίκο, ήμουν “άλλη” σχεδόν εξ ορισμού... Ήξερα ότι έπρεπε να είμαι καλύτερη, γρηγορότερη, πιο έξυπνη και πιο δυνατή από ποτέ». Αποφάσισε να χαράξει τον δικό της δρόμο: «Ούτε δευτερόλεπτο δεν σκέφτηκα ότι είχα αναλάβει κάποιον λαμπερό, εύκολο ρόλο. Κανείς που έχει τις λέξεις “πρώτος” και “μαύρος” στην περιγραφή του δεν θα σκεφτόταν έτσι. Στεκόμουν στους πρόποδες του βουνού, γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να ανέβω μόνη μου στην κορυφή και να κατακτήσω την αποδοχή». Σε συνεργασία με τον σύζυγό της, έκαναν τον Λευκό Οίκο λιγότερο ελιτίστικο και πιο ανοιχτό. Στις εκδηλώσεις άρχισαν να καλούν απλούς ανθρώπους και παιδιά, διακόσμησαν χώρους με μοντέρνα τέχνη και χαλάρωσαν το πρωτόκολλο. Η δημιουργία λαχανόκηπου που κατέληξε να παράγει δύο τόνους προϊόντα και η εκστρατεία της «Let’s move» για εξάλειψη της παιδικής παχυσαρκίας είναι γνωστά. Το ίδιο και τα προγράμματα «Reach Higher» για την ενθάρρυνση παιδιών να μπουν στο κολέγιο και «Let Girls Learn» για την παροχή βοήθειας σε έφηβες από όλο τον κόσμο για καλύτερη πρόσβαση στην εκπαίδευση. «Υπήρξαν πολλές φορές στη ζωή μου που ήμουν η μόνη έγχρωμη γυναίκα -για την ακρίβεια η μόνη γυναίκα- που καθόταν σε ένα τραπέζι συνεδριάσεων, ή μια συνεδρίαση διοικητικού συμβουλίου, ή σε μια δεξίωση για εξέχοντα πρόσωπα», γράφει σχετικά. «Αν ήμουν η πρώτη σε κάποια από αυτές τις εκδηλώσεις, ήθελα να κάνω κάτι για να μην είμαι η μόνη - να φροντίσω να ακολουθήσουν και άλλες». Συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη δημοσιότητά της: «Είχα την επιρροή με την έννοια ότι ήμουν κάτι σαν αξιοπερίεργο – μια μαύρη Πρώτη Κυρία, επαγγελματίας, μητέρα μικρών παιδιών. Ο κόσμος φαινόταν να ασχολείται με τα ρούχα μου, τα παπούτσια μου και τις κομμώσεις μου, αλλά έπρεπε επίσης να με βλέπουν στο πλαίσιο του πού ήμουν και γιατί. Έμαθα πώς να συνδέω το μήνυμά μου με την εικόνα μου και κατ’ αυτόν τον τρόπο να κατευθύνω το αμερικανικό βλέμμα. Έμαθα πώς να φοράω ένα εντυπωσιακό φόρεμα, να πετάω ένα αστείο και να σχολιάζω το ποσοστό νατρίου στα γεύματα των παιδιών χωρίς να γίνομαι εντελώς βαρετή. Μπορούσα να επικροτήσω δημοσίως μια εταιρεία που προσλάμβανε απόστρατους ή να πέσω στο πάτωμα και να κάνω κόντρες στα πουσάπ με την Έλεν ΝτεΤζενέρις (και να τη νικήσω, κερδίζοντας το ισόβιο δικαίωμα να κοκορεύομαι) στο όνομα του Let’s Move!».

Ο Τραμπ και η βασίλισσα

Δεν κρύβει την αντιπάθειά της για τον νυν Αμερικανό πρόεδρο: «Ο Ντόναλντ Τραμπ με τα φωνακλάδικα και απερίσκεπτα υπονοούμενά του έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της οικογένειάς μου. Και γι’ αυτό το πράγμα δεν θα τον συγχωρούσα ποτέ», γράφει με αφορμή τους ισχυρισμούς του ότι ο Ομπάμα είχε γεννηθεί στην Κένυα και άρα δεν ήταν Αμερικανός πολίτης, ενώ τον χαρακτηρίζει «τραμπούκο». Στον αντίποδα εκφράζει τη συμπάθειά της για την Κλίντον και μοιράζεται μερικές προσωπικές στιγμές με τη βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας. Αφηγείται πώς στην πρώτη της επίσημη επίσκεψη στο Μπάκιγχαμ εξομολογήθηκαν η μία στην άλλη ότι τις στένευαν τα παπούτσια τους, ενώ σε άλλη επίσκεψη η βασίλισσα την προέτρεψε να αγνοήσει το πρωτόκολλο και να καθίσει δίπλα της στο αυτοκίνητο.

Και η ζωή μετά; Με δικά της λόγια: «Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια είμαι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε υποχρέωση ως σύζυγος πολιτικού, δεν βαρύνομαι από τις προσδοκίες άλλων ανθρώπων. Έχω δύο σχεδόν ενήλικες κόρες που με χρειάζονται λιγότερο από όσο κάποτε. Έχω έναν σύζυγο που δεν κουβαλάει πλέον το βάρος του έθνους στους ώμους του... Είχα περισσότερο χρόνο να σκεφτώ, απλά να είμαι εγώ. Στα πενήντα τέσσερα, ακόμη εξελίσσομαι και ελπίζω ότι πάντα θα εξελίσσομαι». ■

 

«Θυμάμαι ακόμη πόσο αμφέβαλλα για τον εαυτό μου» 

Δηλώσεις της Μισέλ Ομπάμα που εξασφάλισε το «Κ».

Γιατί γράψατε τα απομνημονεύματά σας;

Η κυριότερη ελπίδα μου ήταν να δημιουργήσω κάτι που θα ήταν, ίσως, χρήσιμο στους άλλους ανθρώπους, να τους δώσω κάτι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν στη ζωή τους. Έτσι, εστίασα στο να αφηγηθώ την ιστορία μου όσο πιο ειλικρινά μπορούσα. Δεν ξεκαθαρίζω λογαριασμούς. Ελπίζω να μεταδώσω στους ανθρώπους την εμπειρία του να μεγαλώνεις ως μαύρο κορίτσι της εργατικής τάξης στο Σάουθ Σάιντ, τη Νότια Πλευρά του Σικάγο, και να γίνεσαι Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ.

Πώς έχετε προσαρμοστεί στο απρόβλεπτο του ταξιδιού σας;

Έμαθα ότι μερικές φορές πρέπει απλώς να σηκώνεις ψηλά τα χέρια και να αφήνεις τα πράγματα να παίρνουν τον δρόμο τους. Δεν υπάρχει ταξιδιωτικός οδηγός για τίποτα – είτε γίνεσαι ταχυδακτυλουργός για να συνδυάσεις τη φροντίδα δύο μικρών παιδιών, μια απαιτητική δουλειά, και έναν σύζυγο με μεγάλους στόχους, είτε ανατρέφοντας δύο μεγαλύτερα παιδιά και προσπαθώντας να μαντέψεις πώς πρέπει να αποκαλέσεις τον πρωθυπουργό που κάθεται δίπλα σου στο δείπνο.

Κατά καιρούς, αναρωτιέστε αν είστε ή όχι αρκετά καλή. Πώς καταπνίγεται η αυτοαμφισβήτηση;

Μπορεί να είχα κάποιες επιτυχίες στη ζωή μου, αλλά αισθάνομαι ακόμη το σκίρτημα της ντροπής από τότε που συλλάβισα λάθος μια λέξη μπροστά σε ολόκληρη την τάξη, στο νηπιαγωγείο. Θυμάμαι ακόμη πόσο αμφέβαλλα για τον εαυτό μου ως μειονοτική φοιτήτρια προερχόμενη από την εργατική τάξη σε ένα εύπορο, ως επί το πλείστον λευκό πανεπιστημιακό περιβάλλον. Νομίζω ότι όλοι κουβαλάμε μέσα μας στιγμές όπως αυτές – και, επιτρέψτε μου να σας πω, δεν πρόκειται να σβήσουν όταν βρεθείτε ξαφνικά να μιλάτε για τον εαυτό σας σε γεμάτα στάδια και συναντήσεις με τη βασίλισσα της Αγγλίας. Αυτό που βοηθά είναι το ότι μεγαλώνουμε και ζούμε μέσα σε κάποιες από αυτές τις αμφιβολίες, και αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι το τέλος της ζωής μας. Δεν κάνει τα αισθήματά μας λιγότερο δύσκολα σήμερα, βεβαίως, αλλά εν τέλει η αυτοαμφισβήτηση μπορεί να αποδειχτεί πραγματικά χρήσιμη, εφόσον δεν την αφήσουμε να κυριαρχήσει στον τρόπο που σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας. Είναι και αυτή μέρος της διαδικασίας να γίνουμε κάτι. ■

Το βιβλίο «Becoming - Η δική μου ιστορία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΘΕΝΣ Bookstore Publications.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ