«Δεν έχω να σας ρωτήσω κάτι άλλο», λέω και πατώ το stop. Ο Λάμπρος Φισφής κοιτάζει την οθόνη του κινητού. «Είκοσι δύο λεπτά κράτησε η συνέντευξη, σαν ένα επεισόδιο των “Friends”», λέει γελώντας και παρασύροντας τον Ζήση Ρούμπο και τον Δημήτρη Μακαλιά. Δεν είναι η πρώτη φορά που η συζήτηση πηγαίνει στην αμερικανική δημοφιλή σειρά, φαν της οποίας, εκτός από την υπογράφουσα, είναι και η τριάδα των κωμικών που κάθονται απέναντί μου στην πλατεία του θεάτρου Ζίνα. Κάπου στη μέση της συνέντευξης αυτής, ο Λάμπρος μάς τραγούδησε το κομμάτι των τίτλων της αρχής «I’ll be there for you», για να αποδείξει ότι το ξέρει. Και λίγο αργότερα, ο Ζήσης Ρούμπος παραδέχτηκε ότι είναι... Τσάντλερ, γιατί χρησιμοποιεί το χιούμορ σαν άμυνα. Ανάμεσα σε όλα αυτά συζητήσαμε για τη δουλειά τους, για το χιούμορ, για το γέλιο. Και γελάσαμε αρκετά, αυτοσαρκαστήκαμε και (αμπελο)φιλοσοφήσαμε. Αφορμή για τη συνάντησή μας, η παράσταση «Tailor made comedy» την οποία υπογράφουν τη φετινή θεατρική σεζόν.

Γιατί αποφασίσατε να κάνετε μια «tailor made» κωμωδία;

Λάμπρος Φισφής: Αυτό κάνουμε κατά βάση τα τελευταία έξι εφτά χρόνια. Είναι κάτι που ξεκινήσαμε με το «Κάψε το σενάριο» στην τηλεόραση, παράλληλα και στο θέατρο και σε περιοδείες, και ήταν αυτό που μας ένωσε: η αυτοσχεδιαστική κωμωδία, όπου το κοινό ελέγχει την παράσταση και εμείς παίρνουμε τις ιδέες του και τις μετατρέπουμε σε σκετς.

Δημήτρης Μακαλιάς: Πέρυσι κάναμε το «Τι ζούμε;» στο θέατρο Βέμπο. Δοκιμάσαμε να κάνουμε μια παράσταση στην οποία υπάρχει ένα σενάριο που το ακολουθούμε κάθε βράδυ...

Λ. Φ.: Και εμάς λίγο μας δέσμευσε και τον κόσμο... Διαπιστώσαμε ότι οι πιο δημοφιλείς στιγμές της παράστασης ήταν τα αυτοσχεδιαστικά. Οπότε είχαμε ανάγκη να ξαναγυρίσουμε σε αυτό. Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο, είναι η δύναμή μας και η... αδυναμία μας.

Δ. Μ.: Η παράσταση επίσης έχει μια μοναδικότητα που κάνει το κοινό να ξανάρχεται, το ότι κάθε βράδυ θα είναι κάτι διαφορετικό. Τους ιντριγκάρει –το ίδιο και εμάς που ερχόμαστε κάθε βράδυ– ένα λευκό βιβλίο...

Λ. Φ.: Καμβάς λέγεται!

Δ. Μ.: Τι, να ζωγραφίσουν πάνω μας; Εγώ ήθελα να γράψουν...

Ζήσης Ρούμπος: Εγώ λέω ένα λευκό πεντάγραμμο.

Λ. Φ.: Το πιο σημαντικό είναι ότι είναι μια παράσταση που επιτρέπει στον κόσμο να λέει ό,τι θέλει. Το να πεις στον Έλληνα ότι εσύ μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερο από αυτούς που είναι πάνω στη σκηνή και πες εσύ τις δικές σου ιδέες είναι δώρο Θεού.

Κινδύνους έχει;

Ζ. Ρ.: Η αυτοσχεδιαστική κωμωδία έχει μεγάλο συντελεστή αποτυχίας, γιατί δεν υπάρχει σενάριο, τίποτα προδιαγεγραμμένο, όλα βγαίνουν εκείνη τη στιγμή. Οπότε ο κίνδυνος είναι ότι, αν κάτι δεν πάει καλά, εμείς πρέπει να ξεπεράσουμε αμέσως την αποτυχία κάποιου συγκεκριμένου σκετς και να προχωρήσουμε την παράσταση σαν να μην έχει συμβεί. Επειδή δουλεύουμε χρόνια μαζί, μπορούμε να ξεπερνάμε πολύ γρήγορα το να μη «δουλέψει» κάτι. Τώρα πια δεν συμβαίνει πολύ συχνά, γιατί έχουμε βρει τους κώδικες και έχουμε και τη χημεία, ώστε ακόμα και τα πιο δύσκολα πράγματα συνήθως να τα κάνουμε να λειτουργήσουν.

Λ. Φ.: Και αν βλέπουμε ότι κάτι δεν πάει καλά, το αγκαλιάζουμε και το κάνουμε να πάει ακόμα... χειρότερα. Δεν το αποφεύγουμε, το λέμε και στον κόσμο, δεν προσπαθούμε να το κρύψουμε.

 

 

Ποια είναι τα πιο δημοφιλή αστεία;

Λ. Φ.: Η παράσταση αυτή έχει και σωματικό χιούμορ και λεκτικό, και βρισιές μπορεί να ακούσεις, και μπλακ χιούμορ, και σοβαρό χιούμορ. Δεν μπορώ να διακρίνω κάτι που «δουλεύει» καλύτερα.

Δ. Μ.: Εγώ λέω πως, όταν μας νιώθουν αδύναμους, όταν βλέπουν τις ατέλειες ή κάτι που δεν το καταφέρνουμε, όσο σε βλέπουν να δυσκολεύεσαι, τόσο πιο καλά περνάνε.

Λ. Φ.: Ναι, ειδικά εκεί που φωνάζουν «ψόφα» το χαίρονται πάρα πολύ! Η αποτυχία είναι ωραίο πράγμα. Μας έχουν μάθει ότι η αποτυχία είναι κακό, αλλά, αν την αγκαλιάσεις, είναι ωραίο. Γουστάρει ο κόσμος, αρκεί να σε βλέπει να διασκεδάζεις όταν περνάς δύσκολα. Αν σε δει να υποφέρεις, θα στενοχωρηθεί.

Εν έτει 2018, είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο το γέλιο;

Λ. Φ.: Παλιά, μας έπαιρνε δέκα-δώδεκα λεπτά να ζεσταθεί ο κόσμος και να μπει στην παράσταση, τώρα έρχεται έτοιμος να γελάσει. Επίσης δεν μπορούμε να πούμε ότι η Ελλάδα ήταν κάποια στιγμή σε τόσο καλή κατάσταση που ο Έλληνας να λέει ότι δεν έχει ανάγκη το γέλιο.

Χρειάζεται προετοιμασία μια «tailor made» κωμωδία;

Ζ. Ρ.: Η παράσταση, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύει ο κόσμος, έχει κάποιους κανόνες, ο αυτοσχεδιασμός έχει κάποιους κανόνες. Δεν είναι θέμα πρόβας, είναι θέμα εξάσκησης. Τηρείς κάποιους κανόνες πάνω στη σκηνή, πώς να είσαι θετικός στις πάσες που σου δίνει ο συμπαίκτης σου ώστε να δημιουργείς σκηνές, πώς να είσαι ετοιμόλογος, ανοιχτός σε ό,τι ευτράπελο συμβεί, ώστε να μπορέσεις να το χρησιμοποιήσεις για να δημιουργηθεί μια κωμική κατάσταση και να μην αποσυντονιστείς.

Λ. Φ.: Δεν υπάρχει κάτι πιο διαδραστικό από τις αυτοσχεδιαστικές παραστάσεις. Και για μένα κάτι σημαντικό: το κοινό καθρεφτίζεται πάνω σου και, αν είσαι ανοιχτός, είσαι σε καλή διάθεση, θέλεις να κάνεις χαβαλέ, θέλεις να περάσεις καλά, αυτό περνάει στην πλατεία. Αν σε δουν να υποφέρεις, αρχίζουν να υποφέρουν κι αυτοί.

Πότε αισθάνεστε όμορφα στο τέλος της παράστασης;

Δ. Μ.: Το νιώθεις, είναι ενεργειακό. Όταν έχουμε περάσει πολύ καλά, έχουμε καταφέρει και έχουμε δημιουργήσει με το κοινό ωραίες σκηνές, έχουμε γελάσει, μας έχουν δώσει δικά τους στοιχεία, ιστορίες που καταφέραμε να τις κάνουμε αστείες και να περάσουμε καλά, νομίζω ότι το έχουμε καταλάβει και οι δύο πλευρές.

Ζ. Ρ.: Έχετε ακούσει που λένε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα; Ότι στην κωμωδία καταλαβαίνεις αν αρέσει στο κοινό; Όχι; Λογικό, γιατί τώρα το σκέφτηκα, αλλά είναι αλήθεια. Στην κωμωδία θα καταλάβεις αν αρέσει η παράσταση γιατί γελάνε.

Λ. Φ.: Ναι, δίνει κριτική κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Γι’ αυτό και δεν έχει νόημα η κριτική σε μια κωμωδία. Αν μερικές εκατοντάδες άτομα γελούν όλο το βράδυ, δεν έχει νόημα η κριτική, η ετυμηγορία βγήκε.

Η πλειονότητα του κοινού σας είναι νεαρές ηλικίες...

Λ. Φ.: Μεταξύ 25 και 35, αλλά και νεότεροι που μας μαθαίνουν τώρα από το YouTube. Είναι κυρίως κόσμος που δεν πάει στο θέατρο. Αυτό τον ορίζει περισσότερο και όχι η ηλικία. Είναι άνθρωποι που πολλές φορές δεν έχουν ξαναμπεί σε θέατρο και έρχονται εδώ ή θα πάνε όπου είμαστε, είναι άνθρωποι που ψάχνουν λίγο περισσότερο την εναλλακτική κωμωδία, την αμεσότητα.

Τελικά το χιούμορ είναι άμυνα ή επίθεση;

Δ. Μ.: Μήπως είναι επιθετική άμυνα;

Λ. Φ.: Μήπως αμυντική επίθεση;

Ζ. Ρ.: Άμυνα. Είμαι ξεκάθαρα ο Τσάντλερ από τους «Friends», που χρησιμοποιούσε το χιούμορ σαν άμυνα.

Λ. Φ.: Προφανώς οι πιο πολλοί κωμικοί ήταν σαν τον Τσάντλερ, με την έννοια ότι δεν ήταν δημοφιλείς, άρα αυτό τους δημιούργησε μια ανάγκη άμυνας και έγιναν κωμικοί. Αυτό που κάνουμε εδώ δεν είναι αυτοσαρκαστικό χιούμορ που λειτουργεί σαν άμυνα, αλλά, όταν λες θα ασχοληθώ με την κωμωδία, υπάρχει μέσα σου λίγο αυτό, ότι το κάνω από άμυνα. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ