ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενώ ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται εκθετικά, οι πρώτες ύλες του πλανήτη μας ολοένα και λιγοστεύουν. Αρκεί μια απλή στατιστική για να αντιληφθεί κανείς την τεράστια έκταση του προβλήματος: ενάμισι δισεκατομμύριο τόνοι φαγητού χάνονται, πετιούνται ή σπαταλιούνται από αφέλεια κάθε χρόνο. Πρόκειται για ποσότητα τόσο υψηλή, που ανταποκρίνεται στο ένα τρίτο των προϊόντων που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και σε συνολικό κόστος ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Με πάνω από 800 εκατομμύρια πολίτες του κόσμου να εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τα όρια του υποσιτισμού, δεν είναι τυχαίο πως ο ΟΗΕ έχει χαρακτηρίσει το φαινόμενο της αγροτικής απώλειας «τη μεγαλύτερη οικονομική, περιβαλλοντική και ηθική καταστροφή της εποχής μας». Η απώλεια χαρακτηρίζει την αγροτική παραγωγή σε κάθε κομμάτι του ταξιδιού των προϊόντων, από το αγρόκτημα στο ψυγείο μας. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των τροφικών αλλοιώσεων συμβαίνει κυρίως κατά τη διάρκεια της αποθήκευσης ή της μεταφοράς, προκαλώντας ιδιαίτερη ανησυχία στους αγρότες, που ήδη αντιμετωπίζουν πληθώρα προκλήσεων στις παγκόσμιες αγορές.

Η σύγχρονη λύση

Εκεί όπου άλλοι βλέπουν με απαισιοδοξία ένα πολύπλοκο και άλυτο πρόβλημα, οι τεχνολογικοί οπτιμιστές της εποχής μας οραματίζονται μια καινοτόμο λύση. Πράγματι, με την αχαλίνωτη ανάπτυξη των σύγχρονων αισθητήρων και της τεχνολογίας του Διαδικτύου των Πραγμάτων, γεννιέται πλέον μια προηγουμένως ασύλληπτη ιδέα: η δυνατότητα να εισχωρήσει κανείς στο «εσωτερικό» ενός προϊόντος, παρακολουθώντας στενά δεδομένα όπως τη θερμοκρασία, την υγρασία και το επίπεδο συγκέντρωσης αερίων, και απολαμβάνοντας την πρωτόγνωρη δυνατότητα της συνεχούς απεικόνισης και της πρόληψης της αλλοίωσης των αγροτικών προϊόντων.

Η λέξη «αγροτεχνολογία» μπορεί σε αρκετούς να ακούγεται σαν κάτι οξύμωρο – άλλωστε, εδώ και χρόνια, κυριαρχεί ένα τεχνοφοβικό αφήγημα που θέλει τα κινητά και τους υπολογιστές να μας απομακρύνουν από τη μητέρα γη. Ωστόσο, σε αυτό το απρόβλεπτο πάντρεμα των τεχνολογικών εξελίξεων και της γεωργίας κρύβεται η ευκαιρία της βελτιστοποίησης, του εκσυγχρονισμού και της αναβίωσης της παγκόσμιας αγροτικής παραγωγής.

Στην εξίσωση αυτή μπαίνει με ιδιαίτερο τρόπο και η Ελλάδα, με το άριστο μεσογειακό της κλίμα, τις δεκαετίες παράδοσης στη γεωργία αλλά και... δύο εξαιρετικά παραδείγματα καινοτόμων εταιρειών αγροτεχνολογίας, που πετυχαίνουν και οι δύο με πυξίδα το όραμα ενός μέλλοντος όπου οι πιο απρόβλεπτοι τομείς συνεργάζονται αρμονικά για την καταπολέμηση των πιο επίμονων προκλήσεων.


«Το δίκτυο των ανθρώπων και η σωστή ομάδα είναι τελικά τα πάντα», δηλώνει ο ιδρυτής της Centaur, Σωτήρης Μπαντάς (κάτω). Η εταιρεία έχει καταφέρει να οικοδομήσει ένα μοναδικό οικοσύστημα αγροτεχνολογίας στον Βόλο.

Πηγή έμπνευσης και καινοτομίας η περιοχή του Βόλου

«Το 2014, με απασχολούσε πολύ το γεγονός ότι ανέπτυσσα τεχνολογία μόνο και μόνο για χάρη της τεχνολογίας», διηγείται στην «Κ» ο Σωτήρης Μπαντάς, ιδρυτής και CEO της Centaur Technologies, που δραστηριοποιείται στον αγροτεχνολογικό τομέα και εξειδικεύεται σε ολοκληρωμένες λύσεις παρακολούθησης και προστασίας αγροτικών προϊόντων. Σε τέσσερα μόλις χρόνια, η Centaur έχει διανύσει ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο επιχειρηματικό ταξίδι, δημιουργώντας πατενταρισμένους ασύρματους αισθητήρες και υπολογιστικά εργαλεία πρόβλεψης που τοποθετούνται στα αποθηκευμένα αγροτικά προϊόντα και συλλέγουν χρήσιμα δεδομένα για την αποφυγή της αλλοίωσης. Οι αισθητήρες είναι πράγματι συναρπαστικά πρωτοποριακοί, παρουσιάζοντας τα χρήσιμα στοιχεία μέσω μιας μοντέρνας εφαρμογής προσβάσιμης από το τηλέφωνο ή το tablet του κάθε αγρότη, και προσφέροντας με ευχρηστία τη δυνατότητα της εξασφάλισης ενός πιο αειφόρου μέλλοντος για τον πλανήτη.

Παραδόξως, ίσως το σημαντικότερο συστατικό της εξίσωσης της επιτυχίας δεν ήταν ούτε το υπερσύγχρονο και επαναστατικό προϊόν της Centaur, ούτε η φιλοδοξία του κ. Μπαντά και των συνεργατών του, ούτε και η εξωστρέφεια της εταιρείας που κατάφερε να προσελκύσει αξιοσημείωτα υψηλές παγκόσμιες επενδύσεις. Πέρα από αυτό το αναγκαίο τρίπτυχο, στην καρδιά της ξεχωριστής φιλοσοφίας της Centaur κρύβεται η απόφασή της να διατηρήσει τη βάση της στην πόλη του Βόλου.


Ο αισθητήρας της Centaur εκπέμπει σήμα μέσα από τσουβάλια.

«Είναι από τα θέματα για τα οποία λατρεύω να μιλάω δημοσίως», εξηγεί με ενθουσιασμό ο ιδρυτής της πρωτοποριακής εταιρείας, προσθέτοντας πως μια περιοχή σαν τον Βόλο παρέχει όλα τα απαραίτητα συστατικά για να ανθήσει ο τομέας της αγροτεχνολογίας. «Από τη μία, έχουμε ένα εξαιρετικό πανεπιστήμιο που παράγει ερευνητές σε όλους τους σχετικούς κλάδους, από τη γεωπονία και τη φυτική παραγωγή μέχρι τους ηλεκτρολόγους μηχανικούς. Από την άλλη, η περιοχή έχει “εγγράψει” εκατοντάδες χρόνια αγροτικής παραγωγής λόγω του Πηλίου και του Θεσσαλικού Κάμπου, και μια ευρεία γκάμα αγροτικών προϊόντων σε επαρκές μέγεθος ώστε να μπορέσουν να αποτελέσουν οι παραδοσιακές βιομηχανίες πεδία δοκιμών για καινούργιες λύσεις παγκόσμιου βεληνεκούς», αναφέρει, προσθέτοντας πως ακόμη και η εφευρετική Silicon Valley δεν προσφέρει τόσο κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη της αγροτεχνολογίας.

Φυσικά, «κλειδί» για να μεταμορφωθεί ο Βόλος σε πρόσφορο έδαφος για την αγροτεχνολογία είναι και η άμεση επικοινωνία με τους ντόπιους αγρότες, οι οποίοι θα περίμενε κανείς πως θα αντιμετώπιζαν την τεχνολογία με μια δόση διστακτικότητας και σκεπτικισμού. «Ξεχωριστός παράγοντας στη γεφύρωση των δύο κόσμων ήταν ο συνεργάτης μου Βασίλης Σωτηρούδας, με την πολυετή επαγγελματική εμπειρία του στον χώρο της ασφάλειας τροφίμων και των απεντομώσεων στον Βόλο», εξηγεί ο κ. Μπαντάς, και πράγματι η Centaur βασίστηκε σε ένα υπάρχον δίκτυο προσεγγίζοντας τους παραγωγούς με ευκολία και αμεσότητα. «Είναι εξαιρετικά συγκινητικό το γεγονός πως βοηθάμε την έβδομη πλέον γενιά μυλωνάδων να ανακαλύψει ένα ακόμη εργαλείο για τη βελτίωση του ιστορικού της προϊόντος», προσθέτει.


Η αγροτεχνολογία κρύβει αμέτρητες λύσεις για τη διαχείριση τροφίμων.

Η ιδέα και το πνεύμα συνεργατικότητας της Centaur έχουν ήδη εμπνεύσει πληθώρα ανθρώπων από διαφορετικούς κόσμους που η παραδοσιακή σκέψη θα τους θεωρούσε μη συνδεδεμένους. Η αγροτική παραγωγή παντρεύεται με την τεχνολογία, ο ακαδημαϊκός και ερευνητικός κόσμος συνεργάζεται με το μικρόβιο της επιχειρηματικότητας, και μια ελληνική εταιρεία με έδρα την επαρχία προσελκύει το ενδιαφέρον επενδυτών από τις ΗΠΑ μέχρι το Ισραήλ. Αποτέλεσμα είναι οι αισθητήρες της εταιρείας να χρησιμοποιούνται από τους ιστορικούς μύλους Λούλη, που μετρούν πάνω από 200 χρόνια στον κόσμο της ελληνικής αλευροβιομηχανίας, μέχρι την General Mills, τον αμερικανικό τιτάνα της παραγωγής τροφίμων.

Ενα συναρπαστικό και ανατρεπτικό προϊόν με αμέτρητες εφαρμογές

Πριν από μερικά χρόνια, φοιτητές από το Πανεπιστήμιο του Imperial επινόησαν ένα πρωτοποριακό ερώτημα: τι θα συνέβαινε αν το κινητό τηλέφωνο –με την εντυπωσιακή του σύγχρονη επεξεργαστική ισχύ και την πανταχού παρούσα φορητότητά του– είχε τη δυνατότητα να ανιχνεύει χημικά; «Μιλάμε για έναν τεράστιο επιστημονικό κόσμο, από τα αέρια της ατμόσφαιρας και τα χημικά που εκπέμπει το φαγητό, μέχρι και την ανθρώπινη αναπνοή ως εργαλείο άμεσης ιατρικής διάγνωσης», εξηγεί στην «Κ» ο Μιχαήλ Κασιμάτης, μέλος της ομάδας των φοιτητών που φιλοδοξούσε να φέρει τη χημική ανίχνευση στο πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, τις συσκευές smartphone.


Ο σένσορας της BlakBear «παρακολουθεί» στενά τα αγροτικά προϊόντα.

Η εφευρετικότητα των φοιτητών του Imperial οδήγησε στην κατασκευή ενός συναρπαστικού και ανατρεπτικού προϊόντος – ενός αυτοκόλλητου που περιέχει μια μικρή κεραία, έναν σένσορα και ένα ηλεκτρικό δίκτυο. Χάρη στη μοντέρνα τεχνολογία επικοινωνίας κοντινού πεδίου, που γέννησε μάλιστα και τα σύγχρονα εισιτήρια του μετρό, το αισθητικό αυτοκόλλητο κατάφερε κάτι μέχρι πρότινος ανήκουστο: να ανιχνεύει με εξαιρετική ακρίβεια τα χημικά που βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο. Μέσα από μια διάκριση σε διαγωνισμό του πανεπιστημίου τους, η δράκα των φοιτητών μετετράπη στην καινοτόμο εταιρεία BlakBear και τα αισθητικά αυτοκόλλητα μεταμορφώθηκαν σε εργαλείο ανίχνευσης της ρύπανσης του αέρα του Λονδίνου, που χρησιμοποιείται μέχρι και από τον δήμο της βρετανικής πρωτεύουσας.

Παρά την άμεση επιτυχία και την απροσδόκητα εκθετική ανάπτυξη της BlakBear, η φιλόδοξη ομάδα δεν επαναπαύθηκε στις δάφνες της αλλά συνέχισε να ψάχνει ασταμάτητα νέες εφαρμογές για τα αυτοκόλλητά της. «Κάπως έτσι στραφήκαμε προς την αγροτεχνολογία, καθώς θεωρούμε πως στον τομέα αυτό είναι πολύ πιο άμεση η πρόσβαση στην αγορά αλλά και πολύ έντονο το ενδιαφέρον των αγροτών», σχολιάζει ο κ. Κασιμάτης. «Ωστόσο, ένας βασικός κινητήριος μοχλός ήταν το παγκόσμιο πρόβλημα της απώλειας τροφίμων και οι κακές μας συνήθειες που δηλητηριάζουν το χώμα και περιορίζουν το φαγητό, συμβάλλοντας δραματικά στην πείνα και στην καταστροφή του πλανήτη», προσθέτει.


Ο Μιχάλης Κασιμάτης και η υπόλοιπη ομάδα της BlakBear έχουν αποσπάσει διάφορα βραβεία σε διαγωνισμούς καινοτομίας.

Ανοίγει ο δρόμος

Ετσι, λοιπόν, τα τελευταία χρόνια η νεοσύστατη εταιρεία κατηύθυνε τα αυτοκόλλητά της στους αγρότες και γεωργούς του κόσμου, προσφέροντάς τους τη μοναδική δυνατότητα να παρακολουθούν στενά τα θρεπτικά συστατικά που απορροφούν τα προϊόντα τους. «Το κάθε χώμα, το κάθε φυτό, και η κάθε φάρμα είναι ιδιαίτερη, χρειάζεται διαφορετική φροντίδα και μεταχείριση», προσθέτει ο 26χρονος Ελληνας επιχειρηματίας, ο οποίος υποστηρίζει πως η εταιρεία του ανοίγει τον δρόμο για «αγροτική παραγωγή ακριβείας». Υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ των δύο πρωτοποριακών εταιρειών, ξεχωρίζει όμως ένας ασυνήθιστος κοινός παρονομαστής: το ενδιαφέρον για τον τόπο ως κίνητρο εφευρετικότητας. «Ενας από τους λόγους που προσωπικά ήμουν υπέρ της στροφής μας προς την αγροτεχνολογία ήταν η Ελλάδα. Το πάντρεμα τεχνολογίας και γεωργίας είναι από τους λιγότερα ανεπτυγμένους τομείς στη χώρα μας και ήθελα να συνδράμω στην ανάπτυξη αυτού του χώρου», τονίζει ο κ. Κασιμάτης, προσθέτοντας μάλιστα πως ο ίδιος σκέφτεται να αυξήσει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα.

Ο ιδιαίτερος ενθουσιασμός του είναι απόδειξη πως ίσως η χώρα μας μπορεί να προσφέρει πράγματι γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη ενός συναρπαστικού τομέα με αμέτρητες δυνατότητες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ