ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολιτικό χρήμα και «εκτιμήσεις»

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

Η διαβίβαση υποθέσεων στη Βουλή χωρίς αξιολόγηση, πέραν της υποβάθμισης του θεσμού που μετατρέπεται σε «χωματερή» αστήρικτων καταγγελιών, προσφέρεται για δημιουργία εντυπώσεων σε υποθέσεις διαφθοράς και για πολιτικά χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, τονίζουν γνώστες σχετικών θεμάτων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η διαβίβαση στη Βουλή της δικογραφίας για το σύστημα Ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων, γνωστότερο ως C4I, υπόθεση που απασχολεί τη Δικαιοσύνη πάνω από δέκα χρόνια, με αφορμή πρόσφατες καταθέσεις τόσο της γραμματέως του Μιχάλη Χριστοφοράκου, άλλοτε ισχυρού άνδρα της Siemens, αλλά και του Ευάγγελου Βασιλάκου που είχε διατελέσει διευθυντής εξοπλισμών, πυροδότησε εκ νέου προσεγγίσεις για σκανδαλώδεις διαδικασίες σε κρατικές προμήθειες και άνοιξε –πάλι– το τεράστιο κεφάλαιο «χρήμα και πολιτικοί».

Το καινούργιο σε αυτή την υπόθεση, σε σχέση με προηγούμενες αναφορές της Δικαιοσύνης στη Βουλή με βάση τον νόμο περί ευθύνης υπουργών που έχει επικριθεί σκληρά τα τελευταία χρόνια, είναι πως τα νεότερα στοιχεία που οδήγησαν τον σχετικό φάκελο στη Βουλή για δωροδοκία του πρώην υπουργού Γιάννου Παπαντωνίου, στηρίχθηκαν όχι σε κάποια γεγονότα ή σε γνώση του μάρτυρα, έστω και προστατευόμενου, για όσα επικαλείται, αλλά αποκλειστικά και μόνον σε «εκτιμήσεις» του οι οποίες προφανώς δεν συνάδουν με την περίσταση, όταν κάποιος μιλάει για τόσο σοβαρά θέματα, όπως ο χρηματισμός πολιτικών και μάλιστα ενώπιον της Δικαιοσύνης σε υψηλό επίπεδο όπως εκείνο του εφέτη-ανακριτή.

Το ερώτημα που διατυπώθηκε από πολλούς, γνώστες ή λιγότερο γνώστες των διαδικασιών που ακολουθούνται, είναι εύλογο. Γιατί μια τόσο αόριστη κατάθεση που θολώνει το τοπίο, σπιλώνει πολιτικά πρόσωπα, αφού δεν συνοδεύεται από άλλα στοιχεία, δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις για όσους ασκούν πολιτική, να διαβιβάζεται στη Βουλή;

H απάντηση που δίδουν νομικοί, δικαστικοί, πολιτικοί είναι πως έτσι προβλέπει ο νόμος για την ευθύνη των υπουργών, ότι δηλαδή μόλις ο δικαστής βρεθεί αντιμέτωπος με όνομα πολιτικού πρέπει να στείλει τον φάκελο στη Βουλή, χωρίς καμία αξιολόγηση. Χωρίς δηλαδή να αποφανθεί αν αυτό που άκουσε από έναν μάρτυρα ή έφθασε στα χέρια του από οποιαδήποτε άλλη πηγή έχει κάποια αξία και πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω.

Η ιστορία με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών ασφαλώς είναι μεγάλη. Πριν φθάσουμε στο σήμερα με το λεγόμενο «αμελητί», τη διαβίβαση όλων των δικογραφιών στη Βουλή χωρίς αξιολόγηση, η πρακτική των δικαστικών αρχών ήταν άλλη. Διάβαζαν, μελετούσαν και έστελναν στη Βουλή μόνον εκείνα που είχαν κάποια αξία για να διερευνηθούν. Ομως μετά την υπόθεση Βατοπεδίου, όπου η σχετική δικογραφία δεν είχε διαβιβαστεί αμέσως στη Βουλή, όπως αξίωνε τότε η αντιπολίτευση, το σκηνικό άλλαξε και τώρα η Βουλή λειτουργεί ως αποδέκτης και των πλέον ασήμαντων καταγγελιών κατά πολιτικών.

Οπως τονίζουν γνώστες των σχετικών θεμάτων, η διαβίβαση χωρίς αξιολόγηση, πέραν της υποβάθμισης του Κοινοβουλίου που μετατρέπεται σε «χωματερή» αστήρικτων καταγγελιών, προσφέρεται για δημιουργία εντυπώσεων σε υποθέσεις διαφθοράς και για πολιτικά χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Τα παραδείγματα πολλά και διαρκώς αυξανόμενα μετά το 1990 και μέχρι σήμερα. Τελευταία, όμως, διαβιβάζονται όλο και πιο συχνά στη Βουλή δικογραφίες για σοβαρότατα και ιδιαιτέρως απαξιωτικά αδικήματα πολιτικών, που στηρίζονται μόνον σε μαρτυρικές καταθέσεις, όπως η υπόθεση της Novartis, για να φθάσουμε και στην περίπτωση του C4I, όπου η δικογραφία πέραν των λοιπών, χιλιάδων εγγράφων που έχουν συλλεγεί από τις πολύχρονες έρευνες της Δικαιοσύνης, στηρίχθηκε σε κατάθεση με μόνον στοιχείο τις προσωπικές «εκτιμήσεις» του μάρτυρα Ευάγγελου Βασιλάκου.

Χωρίς τεκμηρίωση

Ο Ευάγγελος Βασιλάκος, καταδικασμένος σε 16 χρόνια κάθειρξη για υπόθεση εξοπλιστικού προγράμματος για το οποίο έχει καταδικαστεί και ο επιχειρηματίας Θωμάς Λιακουνάκος –διετέλεσε διευθυντής εξοπλισμών μετά το 2004– πέραν του ότι από «εκτιμήσεις» του αναφέρει πως δωροδοκήθηκε ο Γιάννος Παπαντωνίου και ότι αυτό το «γνώριζε ο Κώστας Σημίτης», εξαπολύει βολές για χρηματισμό κατά όλων των υπουργών Εθνικής Αμυνας, λέγοντας ενώπιον του εφέτη Δημήτριου Ορφανίδη, χωρίς έστω μια στοιχειώδη τεκμηρίωση: «Είμαι σε θέση να γνωρίζω ειδικά ότι όλοι οι υπουργοί Εθνικής Αμυνας διακατέχονται από τη νοοτροπία του επιχειρηματία», για να προσθέσει στη συνέχεια πως οι υπουργοί ξέρουν ότι οι επιχειρηματίες που θα πάρουν μια δουλειά θα βγάλουν εκατομμύρια και «θεωρούν ότι και αυτοί (σ.σ. οι υπουργοί) πρέπει να πάρουν ένα κομμάτι των κερδών».

Ακόμα κι αν όσα αναφέρει ο κ. Βασιλάκος έχουν κάποια βάση για κάποιους, δεν προσκομίζει το παραμικρό στοιχείο για να στηρίξει –όχι να αποδείξει– τα λεγόμενά του. Ομως η κατάθεσή του αρκεί για να οδηγηθεί το θέμα στη Βουλή, να προκληθεί πολιτική αντιπαράθεση, να εμφανιστούν συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα, χωρίς στοιχεία, ως εμπλεκόμενα σε βαριές υποθέσεις διαφθοράς και να μείνει στους πολίτες η πικρή, πικρότατη γεύση μιας δημοκρατίας που λειτουργεί και με fake news δικογραφίες για τόσο σοβαρά θέματα.

Και ενώ πρακτική της διαβίβασης στη Βουλή κάθε καταγγελίας για πολιτικό επικρίνεται σε κάθε ευκαιρία, οι δικαστές που χειρίζονται τα σχετικά θέματα εμφανίζονται να μην έχουν ευθύνη, αφού ο νόμος αξιώνει τη διαβίβαση στη Βουλή χωρίς την αξιολόγησή της. Μάλιστα, οι δικαστικές ενώσεις, στην περίπτωση της καθαρίστριας από τον Βόλο που καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια για την παραποίηση του απολυτηρίου του Δημοτικού, εξέδωσαν ανακοινώσεις υποστηρίζοντας τους συναδέλφους τους που έλαβαν την απόφαση και επέρριψαν κάθε ευθύνη για το πρωτοφανές περιστατικό στον ισχύοντα νόμο.

Ωστόσο, δικαστές με εμπειρία ετών, επισημαίνουν και άλλες πτυχές του θέματος, πέραν του αυτονόητου, ότι ο δικαστής κάνει πρώτα απ’ όλα ό,τι λέει ο νόμος. Και σημειώνουν πως μάρτυρες που προσέρχονται για να καταθέσουν αορίστως, χωρίς στοιχεία και θεμελιώσεις, εις βάρος πολιτικών ή άλλων προσώπων, δεν μπορεί να παρά να αντιμετωπίζονται από τους αρμόδιους δικαστικούς λειτουργούς με τη δέουσα προσοχή, υπονοώντας προφανώς με την ανάλογη διατύπωση ερωτήσεων, προκειμένου να καταδεικνύεται από το σύνολο της κατάθεσης το αστήρικτο των μαρτυριών-εκτιμήσεων για να περιορίζονται έτσι, τουλάχιστον, οι αρνητικές εντυπώσεις και να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η σπίλωση προσώπων χωρίς κανένα στοιχείο ή ένδειξη ενοχής.

Δεν τα είδε

Για παράδειγμα, στην κατάθεση Βασιλάκου για το C4Ι, ο μάρτυρας δεν ερωτάται πού βασίζει τις «εκτιμήσεις» του, ενώ η γραμματέας του Μιχάλη Χριστοφοράκου, η οποία ερωτάται αν ξέρει για χρηματισμό πολιτικών δίδει την απάντηση «δεν τα έχω δει και με τα μάτια μου...», χωρίς να διευκρινίζει, κατόπιν ερωτήσεως, αν τα έχει ακούσει με τα αυτιά της.

Σε κάθε περίπτωση, με αφορμή τη δικογραφία C4Ι για την οποία ήδη διεξάγεται δίκη με 18 κατηγορουμένους για το σκέλος της παραλαβής του συστήματος, η Βουλή θα κληθεί να αποφανθεί για την υπόθεση, ενώ το θέμα με τις αστήρικτες μαρτυρίες που πυροδοτούν το πολιτικό κλίμα σε δύσκολες εποχές αποδεικνύεται μείζον.

Αλλωστε, η υπόθεση της Novartis, που «δοκιμάστηκε» στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου πριν γυρίσει και πάλι στη Δικαιοσύνη, κατέδειξε τη δυσκολία της επιβεβαίωσης των όσων αορίστως και αστήρικτα καταθέτει κάποιος και μάλιστα υπό καθεστώς προστασίας, δηλαδή ουσιαστικά ανωνύμως. Πάντως, ενόψει του γεγονότος ότι η Δικαιοσύνη αξιολογεί πλέον τα της Novartis στην κατεύθυνση της άσκησης διώξεων ή αρχειοθέτησης της υπόθεσης, οι μαρτυρίες χωρίς πρόσθετα στοιχεία –λογαριασμούς και λοιπά ή άλλες επιβεβαιώσεις– δεν θα διευκολύνουν την εκκαθάριση της υπόθεσης. Αντίθετα, θα την... μπερδέψουν και μάλιστα πολύ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ