ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Πετρώνουν τα ανεκπλήρωτα όνειρα...

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Δεν γυρίζω στο παρελθόν, δεν αγαπώ τη νοσταλγία και δεν θέλω να επιστρέφω με τον τρόπο του χαμένου παραδείσου», λέει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η συνάντηση με την Ιουλίτα Ηλιοπούλου, στο γαλήνιο, ισόγειο, γραφείο της στην οδό Σκουφά, στην ίδια πολυκατοικία που βρίσκεται το διαμέρισμα όπου έζησε ο σύντροφός της Οδυσσέας Ελύτης, ήταν για να μιλήσουμε για την καινούργια ποιητική συλλογή της, όγδοη κατά σειρά, «Το ψηφιδωτό της νύχτας». Oπως συμβαίνει, όμως, με την ποίηση, οι λέξεις ανασύρουν σκέψεις, μνήμες, ιστορίες. Ενας γαλλικός στίχος που περιλαμβάνεται στο ποίημα «Αέρα», «le soleil vient de se lever et la rosee du matin...», είναι «από ένα τραγουδάκι που της έλεγε η γιαγιά της». «Οι γονείς της ήταν από τη Μ. Ασία, έμεινε ορφανή από πολύ μικρή», αφηγείται συνοπτικά τη μυθιστορηματική ζωή της γιαγιάς της. «Από τα τρία παιδιά, το ένα χάθηκε στο πηγάδι και τα άλλα δύο χώρισαν στον δρόμο. Η γιαγιά μου ποτέ δεν ξανασυνάντησε την αδελφή της.

Σε ηλικία έξι ετών, περιπλανιόταν στους δρόμους της Αθήνας, για να αναζητήσει την τύχη της. Τη βρήκε ένας κύριος που είχε επιπλοποιείο στη Βουκουρεστίου και την υιοθέτησε. Στάθηκε τυχερή, πήγε στο Αρσάκειο, εξ ου και τα γαλλικά. Θα μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές αλλά το ζευγάρι που την υιοθέτησε ήταν μεγάλοι άνθρωποι, την πάντρεψαν μικρή, στα 16 της, για να την αποκαταστήσουν. Η γιαγιά μου γνώρισε πολύ μεγάλη αγάπη και από τα παιδιά και από τα εγγόνια της. Είχε ένα μεγάλο καημό μόνο, ότι δεν γνώρισε τη μητέρα της. Ηταν ένας άνθρωπος που είχε μια πηγαία ευγένεια και ευαισθησία, είχα στενό δεσμό μαζί της από μικρή».

– Σε τι αναφέρεστε όταν μιλάτε για «Παλαιές όψεις ζωής που νόμιζες έσβησαν...»;

– Τα σπίτια, με έναν τρόπο και τα έρημα σπίτια, είναι σα να γεννούν τις όψεις του παρελθόντος τους. Κρατάει το σπίτι τους ήχους, τη γέννηση και τον θάνατο πολλών ανθρώπων.

– Το παρελθόν λειτουργεί εξιδανικευτικά στους ανθρώπους;

– Δεν γυρίζω στο παρελθόν, δεν αγαπώ τη νοσταλγία και δεν θέλω να επιστρέφω με τον τρόπο του χαμένου παραδείσου. Τιμώ το παρελθόν, σέβομαι και τα λάθη που μπορεί να έχω κάνει, αλλά ούτε μετανιώνω ούτε όμως θα αναπολήσω τις ευτυχισμένες, τις έντονες και δημιουργικές στιγμές. Το δώρο που μας δίνεται, το κάθε λεπτό της καθημερινότητας, προσπαθώ να είναι όσο πιο εύφορο γίνεται και εκεί επικεντρώνομαι. Δεν σημαίνει ότι δεν αγαπώ αυτά που πέρασαν αλλά δεν θέλω να τα νοσταλγώ.

– Η ποίηση είναι ένας τρόπος να ζεις στο παρόν;

– Είναι ένας τρόπος ευαισθητοποίησης στα γεγονότα του παρόντος. Δεν θα έλεγα ότι είναι ένας τρόπος να ζεις, αλλά να ερευνάς ή να προσπαθήσεις να κατανοήσεις. Να ανιχνεύσεις και να κατανοήσεις το παρελθόν και το παρόν και, αν μπορείς, τον χρόνο που έρχεται.

– Η ποίηση είναι απόσυρση ή κατανόηση του κόσμου;

– Είναι εσωτερική στροφή, αλλά την ίδια ώρα τείνει το χέρι στον άνθρωπο απέναντί του. Διπλή κίνηση που έχει δύο όψεις. Ο Γιώργος Σαραντάρης το έλεγε ωραία, ότι ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ. Που είναι σε συνεχή εγρήγορση.

– Τι καλλιεργήσατε με την ποίηση;

– Υπάρχω και ως φανατική και επίμονη αναγνώστρια όχι μόνο γράφοντας ποίηση. Ευαισθητοποιείται κανείς περισσότερο ώστε να προσπαθεί να κατανοήσει και το αντίθετό του. Καταστάσεις, γεγονότα, αντιδράσεις που μπορεί να είναι και ξένες για τον ίδιο. Η ποίηση δεν είναι φάρμακο, είναι τρόπος προσέγγισης των πραγμάτων. Δεν λύνει αλλά θέτει ζητήματα ιδιωτικά, σχέσεων, κοινωνικά, κ.ο.κ. Το ενδιαφέρον είναι πώς αντιδρούμε εμείς σε αυτά που θέτει. Πόσο επιδρά πάνω στη συνείδησή μας. Και ίσως βοηθάει να αντιμετωπίσει κανείς, κάτι, στη ζωή του, διαφορετικά.

– Γράφετε: «Καμωμένοι απ’ το μάγμα το πυκνό των ονείρων/ Πού πέτρωσε». Πετρώνουν τα όνειρα;

– Ναι. Τα όνειρα που δεν εκπληρώνονται, που δεν μπορούν να πραγματωθούν... Είναι όμως σα να ερμηνεύω τον στίχο ενός τρίτου...

– Είναι «τρίτος»;

– Από τη στιγμή που τελειώσει ένα βιβλίο και απομακρυνθεί κανείς χρονικά, λειτουργεί σαν να ’ναι το βιβλίο κάποιου άλλου.

– «Το ψηφιδωτό της νύχτας» είναι ψηφιδωτό ζωής;

– Τα περισσότερα ποιήματα έχουν γραφτεί σε διάρκεια περίπου δύο χρόνων, τη θαλασσινή νύχτα στις Σπέτσες, που αγαπώ πολύ και γαληνεύω. Κάθε φορά η νύχτα παίρνει διαφορετική διάσταση: το άδικο, και με τη μεταφορική έννοια, το τέλος του αιώνα, οι δυσχέρειες, η απουσία και η ερωτική επιθυμία στην απουσία. Αγαπώ παράφορα την ημέρα και όχι τη νύχτα, περιμένω να ξημερώσει, δουλεύω πρωί και όχι βράδυ. Εδώ, η νύχτα δίνει το πλαίσιο μικρών αποκαλύψεων. Είναι οι διαφορετικές όψεις της νύχτας. Το τέλος του καλοκαιριού. Κάθε αναγνώστης θα αναζητήσει τη δική του νύχτα...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ