ΘΕΑΤΡΟ

Ο βίος ως θέατρο

ΜΑΡΙΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ-ΜΑΡΝΕΛΗ*

Παράσταση της όπερας «Αττίλας» του Βέρντι στο θέατρο «Λα Σκάλα» του Μιλάνου τον Δεκέμβριο του 2018. 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Η σχέση θεάτρου και ζωής είναι αναμφισβήτητη. Aλλωστε, μετά μια θεατρική παράσταση συνηθίζουμε να προεκτείνουμε τη συζήτηση με την παρέα μας, να αναλύουμε το θέμα της παράστασης, αναζητώντας πιθανές εκδοχές που πηγάζουν από την προσέγγιση του καθενός μας. Η δεύτερη αυτή προσέγγιση του ήδη ιδωμένου θεάματος είναι, νομίζω, και η πλέον συναρπαστική, καθώς το θέαμα που μας καθηλώνει σε έναν παρόντα χρόνο, προκαθορισμένο από τις απαιτήσεις του έργου, μπλέκεται συνεχώς με το παρόν και το παρελθόν του θεατή, συνομιλεί με τα βιώματά του μέσα από έναν ψυχολογικό αντικατοπτρισμό, δημιουργώντας σκέψεις που ζητούν να εκφραστούν, να γίνουν διάλογος, συνομιλία και –γιατί όχι;– να τεκμηριώσουν μια άλλη εκδοχή, που ενώ είναι βασισμένη στο έργο, εκφράζει εντούτοις τη διατύπωση προσωπικών πλέον εμπειριών.

Κάπως έτσι φαντάζομαι, ότι κατέληξε στον ορισμό της τραγωδίας ο Αριστοτέλης, αντιλαμβανόμενος πως ο θεατής μετέχει μιας μίμησης πράξεως, που αναδεικνύει έντονα τον στενό δεσμό μεταξύ λογοτεχνίας και βίου, καθώς η αυθεντικότητα της πρώτης αντικατοπτρίζεται στον δεύτερο. Ο μύθος, η πλοκή του έργου, υποστηρίζει ο Αριστοτέλης, είναι κατά κάποιον τρόπο η ψυχή της τραγωδίας. Επομένως, το θεατρικό έργο είναι προϊόν εμπειρίας, είναι η πρώτη απόπειρα φιλοσοφικής παραγωγής. Η λογοτεχνία γενικά είναι ίσως μια άλλη όψη του κόσμου ή ένας αναστοχασμός του. Η πλοκή είναι η σύσταση των πραγμάτων, η διάρθρωση των πράξεων. Είναι η μίμηση της ζωής, της ανθρώπινης πράξης γενικά, που δημιουργεί την έμπνευση του ποιητή, όταν, κατά τον Αριστοτέλη, αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα διαμέσου μεμονωμένων γεγονότων, προκειμένου να συνθέσει τα καθόλου. Ετσι και ο φιλόσοφος αντιλαμβάνεται διά μέσου των φυσικών πραγμάτων όχι μόνο την ύλη αλλά και το είδος τους. Τα ήθη, οι δυστυχίες, οι πράξεις μας, ενώ συνθέτουν το περιεχόμενο της ζωής, δημιουργούν ταυτόχρονα το αντικείμενο της μίμησης.

Η τέχνη μιμείται τη φύση, λέει ο Αριστοτέλης. Η τέχνη, όντως, δεν είναι φυσικό φαινόμενο, είναι έργο του νου. Ως έργο του νου, θα αναδείξουν στη συνέχεια ο Ζήνωνας και οι επόμενοι Στωικοί, τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να ζει κανείς, προκειμένου να κατακτήσει την ευδαιμονία. Ο τρόπος αυτός δεν είναι άλλος από την επινόηση μιας τέχνης βίου, που ορίζεται ως ομολογία, δηλαδή λογική παρατήρηση της φύσης σε αναλογία με τα γεγονότα της ζωής.

Προκειμένου να απεικονίσουν αυτή τη διαδικασία, οι Στωικοί παρατηρούν τη φύση: η ζωή πρέπει να κυλάει ομαλά («εύροια βίου»), όπως ήρεμα κυλάνε τα νερά ενός ποταμού. Ως θεατές της φύσης μαθαίνουμε να θαυμάζουμε το κάλλος του «κόσμου» (κόσμημα) που μας αποκαλύπτεται σαν μια σκηνή συμπαντική, όπου, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «δεν έγινε τίποτα τυχαία» και όπως προσθέτουν οι Στωικοί, «αλλά με κάποια τέχνη δημιουργική».

Ετσι, ενώ οι αντίξοες πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες κλόνισαν τα θεμέλια της ζωής του πολίτη στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., εντούτοις δεν κατόρθωσαν να τον απογυμνώσουν από την καλαισθησία, την όρεξη για παρατήρηση και την εμπειρία που του πρόσφερε το προγονικό του λογοτεχνικό οπλοστάσιο. Συνειδητοποιώντας τις αλλαγές στη ζωή, στην πόλη, στην υπόστασή του, αυτός, ως μέρος ενός νέου γίγνεσθαι, αντλεί δύναμη από το παρελθόν και χτίζει το μέλλον. Αν το έργο παίζεται στη μεγάλη σκηνή του κόσμου, εκείνος, ηθοποιός στο έργο αυτό, αντιλαμβάνεται πως του ανήκει μόνον η «στιγμή» της ερμηνείας. Αν είναι δάσκαλος, πρέπει να παίξει σωστά τον ρόλο του, που δεν είναι άλλος από τον κόσμιο τρόπο διδασκαλίας. Αλλωστε, ο Χάιντς Βίσμαν, υποστηρίζει πως η τάξη είναι το θέατρο όπου παίζεται το δράμα της γνώσης.

Στο θέατρο, ο θεατής μετέχει σε ένα παρόν που έχει ήδη περάσει ανεπιστρεπτί. Ως ηθοποιός, όμως, ο άνθρωπος ενδύεται τον ρόλο του και, με οδηγό τη λογική, έρχεται να παίξει στη μεγάλη σκηνή του κόσμου, τη «στιγμή» του, καθώς αυτή του ανήκει αποκλειστικά. Λίγο ενδιαφέρει η διάρκεια. Το σημαντικό είναι ο τρόπος ερμηνείας.

Οπως άλλωστε υποστηρίζει ο Επίκτητος, εκείνο που δανείζεις στον ρόλο είναι μόνον η φωνή σου. Τα υπόλοιπα ανήκουν στο προσωπείο. Λίγο ενδιαφέρει αν θα παίξεις τον Αγαμέμνονα ή τον Θερσίτη, αρκεί να αποδώσεις τον ρόλο σωστά, καθώς προσωπείο και ένδυμα απομακρύνουν τον ηθοποιό από το πρόσωπο που υποδύεται.

Ο στωικός σοφός ξέρει να κρατάει τις αποστάσεις από τον ρόλο του, ως κυρίαρχος του εαυτού του. Και ο στωικός Μάρκος Αυρήλιος παρατηρεί πως όλα υπόκεινται στη βούληση της Φύσης. Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει να συμφιλιώνεται με τις επιταγές της, ενεργοποιώντας τη λογική του. Ακόμη και την ώρα του θανάτου, ο στωικός σοφός, χωρίς πικρία θα πει πως αποχωρεί από τη γιορτή. Ισως γι’ αυτό και ο Αντίγονος Γονατάς στο άκουσμα του θανάτου του Ζήνωνα, αναφώνησε: «Τι ηθοποιό έχασα!». Στο πλαίσιο του διαλόγου των Στωικών με το θέατρο ως πράξη και ως «τέχνη βίου» πρέπει να ενταχθεί και ο τρόπος θανάτου των. Ομοια με αποχώρηση από γιορτή, φεύγουν εύθυμοι και πλήρεις. Ετσι ο Ζήνων υποδέχεται τον θάνατο συνομιλώντας μαζί του, όταν, σκοντάφτοντας, υπέργηρος πλέον, φωνάζει στη γη: «Ερχομαι τι με καλείς;». Ενώ ο Χρύσιππος, μεθυσμένος, βλέποντας ένα γάιδαρο να τρώει σύκα, τελειώνει τη ζωή του σε ένα ξέσπασμα γέλιου.
 
* Η κ. Μαρία Πρωτοπαπά-Μαρνέλη είναι διευθύντρια Ερευνών - διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Επιμέλεια: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ