Κώστας Καλλίτσης ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΛΙΤΣΗΣ

Η έκθεση της Κομισιόν και η ώρα της αλήθειας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Την Τετάρτη, στις συστάσεις προς τα κράτη-μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επισυνάψει την έκθεση για την τρίτη μεταμνημονιακή αξιολόγηση της Ελλάδας. Οι Βρυξέλλες επεξεργάζονται τις τελικές διατυπώσεις της έκθεσης, ωστόσο έχουν ήδη καταλήξει στις τελικές διαπιστώσεις: Εξαιτίας των προεκλογικών μέτρων που (ομόθυμα…) ψήφισαν κυβέρνηση και αντιπολίτευση, το πρωτογενές πλεόνασμα θα υπολείπεται του συμφωνημένου στόχου (3,5% ΑΕΠ) κατά 1 ποσοστιαία μονάδα φέτος (1,8 δισ.) και κατά 1,5 μονάδα (2,7 δισ.) το 2020. Εφόσον η Επιτροπή επιμείνει σε αυτές τις εκτιμήσεις, η χώρα θα χρειαστεί να εφαρμόσει ένα εναλλακτικό σχέδιο. Μείζον και επίκαιρο ερώτημα: Τι σχέδιο διαθέτουν τα δύο μεγαλύτερα κόμματα;

Η Επιτροπή ταλαντεύτηκε αν θα δημοσιεύσει την έκθεσή της πριν ή μετά τη διεξαγωγή των εκλογών της 7ης Ιουλίου. Κατέληξε να τη δημοσιεύσει πριν, όπως είχε προγραμματιστεί, στις 5 Ιουνίου. Διότι εκτίμησε ότι το πολιτικό σύστημα διολισθαίνει σε προεκλογική ψηφοθηρία ικανή να εκτροχιάσει την οικονομία και να καταστρέψει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας, με όσα αυτό συνεπάγεται. Και θέλησε να θέσει τα μεγαλύτερα πολιτικά σχήματα ενώπιον των ευθυνών τους, προκαλώντας τα να τοποθετηθούν καθαρά, πριν από τις εκλογές, και να εξηγήσουν σε όλους (στους Ελληνες πολίτες, στις διεθνείς αγορές και στους Ευρωπαίους εταίρους…) τι θα κάνουν, αν/ ποιο plan B έχουν, αν/ποιες δαπάνες θα περικόψουν, εφόσον η Επιτροπή επιμείνει εν όλω ή εν μέρει στις εκτιμήσεις της.

Μετά την Τετάρτη, το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν θα μπορεί(;) να συνεχίσει να προσποιείται ότι «δεν τρέχει τίποτα», ότι όλα βαίνουν καλώς ή/και με σχέδιο – η έκθεση της Επιτροπής θα είναι μια επί της ουσίας απτή μαρτυρία για το αντίθετο.

Θα ευχόταν κανείς, το πολιτικό σύστημα (με την ευρύτερη έννοια, των μέσων ενημέρωσης συμπεριλαμβανομένων…) να αξιοποιήσει την ευρωπαϊκή έκθεση ως μια καλή αφορμή για να βγει από το νέφος των εύκολων και έωλων υποσχέσεων και να σταθεί με ειλικρίνεια στο πεδίο της πραγματικότητας.

Κι η πραγματικότητα λέει ότι οι τράπεζες χρειάζονται πράσινο φως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές για να σταθούν στα πόδια τους. Οτι η χώρα θα δυσκολευτεί να δανείζεται αν βρεθεί χωρίς απόθεμα ασφαλείας σε ύφεση (μαζί με την Ευρώπη) από το 2022, όταν οι λήξεις χρέους γίνονται πολύ υψηλές. Λέει, επίσης, ότι η δημοσιονομική ισορροπία που με θυσίες αποκαταστάθηκε μπορεί να καταστεί εύθραυστη από κάποιες δικαστικές αποφάσεις για επιστροφές αναδρομικών. Το τελευταίο, λοιπόν, που θα χρειαζόταν η χώρα μας, θα ήταν η ανατροπή της δημοσιονομικής στρατηγικής και μια κρίση στις σχέσεις της με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, που θα κατέστρεφαν αυτό που με θυσίες άρχισε να αποκαθίσταται: Τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας μας.

Οι λίγοι, υποθέτω, θα το άντεχαν. Οι πολλοί, αυτοί είναι που πολύ θα υπέφεραν από το βαρύτατο κόστος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ