ΒΙΒΛΙΟ

Ελληνική «σπορά» στην Κοπεγχάγη

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ, ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Εχω μια βαθιά συναισθηματική σχέση με την Ελλάδα. Συνδέεται με την παιδική μου ηλικία», εξηγεί η ελληνίστρια Τρίνε Στάουνινγκ-Βίλερτ (αριστερά – στη φωτ. με την επίσης Δανέζα συγγραφέα Ρεβέκκα Μπαχ-Λαουρίτσεν).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μια αφοσιωμένη ελληνίστρια Δανέζα, η Τρίνε Στάουνινγκ-Βίλερτ, που αγαπά τη σύγχρονη Ελλάδα και τον πολιτισμό της αναζητεί τον τρόπο να στηρίξει την κληρονομιά του ελληνικού προγράμματος του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης. Ιδρύει το Ελληνικό Ινστιτούτο με σκοπό να βρει χώρο να στεγάσει τη βιβλιοθήκη του τμήματος και να φέρει σε επαφή τη Δανία και τις βόρειες χώρες με τον ελληνικό πολιτισμό. Η «Κ» συνομίλησε μαζί της.

– Γιατί μια Δανέζα να θέλει να ασχοληθεί με τον ελληνικό πολιτισμό;
– Εχω μια βαθιά συναισθηματική σχέση με την Ελλάδα. Συνδέεται με την παιδική μου ηλικία. Η μητέρα το 1959 ταξίδεψε με μια φίλη της στην Ελλάδα και γύρισε πολλά μέρη και σύναψε φιλίες. Από τότε κάθε χρόνο ταξίδευε στην Ελλάδα με το τρένο. Το μετέδωσε και σε εμένα. Μου μιλούσε πάντοτε για την ανθρωπιά που είχε γνωρίσει στην Ελλάδα, για τη ζεστασιά, για το πόσο φιλόξενοι ήταν οι άνθρωποι. Την είχε προτρέψει ένας καθηγητής της να ταξιδέψει στην Ελλάδα, λέγοντάς της να βιαστεί γιατί αλλάζει η χώρα. Ισως εννοούσε ότι μετά το ’60 ουσιαστικά ξεκίνησε ο τουρισμός με την πιο οργανωμένη του μορφή. Η μητέρα μου έφερε στην Ελλάδα τον πατέρα της που ήταν καλλιτέχνης, συνδέθηκαν με μια οικογένεια στην Αράχωβα που ακόμα και σήμερα εγώ πηγαίνω και τους συναντώ. Γνώρισε μετά τον πατέρα μου –και οι δύο γονείς μου είναι ψυχολόγοι–, ήταν συμμαθητές από το σχολείο, αλλά όταν αποφάσισαν να είναι μαζί, ο πατέρας μου ήδη ταξίδευε στην Αφρική, στο Μπουρούντι, δούλευε για τους πρόσφυγες στη Ρουάντα και ξαφνικά βρεθήκαμε όλοι στην Αφρική. Και εκεί γνωρίσαμε Ελληνες, πηγαίναμε στο ελληνικό εστιατόριο, ακούγαμε Θεοδωράκη. Ποτίστηκα και εκεί με τα ελληνικά, κυρίως όμως ήμουν γαλλόφωνη.

– Πότε φύγατε από την Αφρική;
– Ηταν ένα τραύμα για εμένα. Βρέθηκα ξαφνικά ως παιδί σε μια κρύα Δανία που δεν μου άρεσε και μόνη φωτεινή στιγμή ήταν τα καλοκαίρια που αρχίσαμε να ταξιδεύουμε πάλι στην Ελλάδα. Η Ελλάδα έγινε για εμένα η σύνδεση με την παιδική ηλικία που είχα χάσει στην Αφρική, ένας παράδεισος.

– Πόσες γλώσσες μιλάτε;
– Ελληνικά, γαλλικά, τσεχικά, γερμανικά, αγγλικά. Τα τσεχικά είναι πολύ δύσκολα. Τα έμαθα μετά τα ελληνικά.

– Και πότε συνειδητοποιήσατε ότι αγαπάτε την ελληνική γλώσσα;
– Συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Μόλις φτάνω στο Παρίσι, βγαίνοντας από το τρένο, είδα μια στήλη έξω στον δρόμο που διαφήμιζε ότι κάποιος δίδασκε τη νεοελληνική γλώσσα. Και αυτό το πορτοκαλί αυτοκόλλητο το έβρισκα έκτοτε παντού στον δρόμο. Ξεκινώ τα μαθήματα μόνο με μία ώρα την εβδομάδα, αλλά συνειδητοποιώ ότι είναι η καλύτερη στιγμή της εβδομάδας. Μετά έξι μήνες καταλαβαίνω ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου και πάω στην Αθήνα να κάνω εντατικά μαθήματα γλώσσας. Ολη μου η ζωή πλέον είναι συνδεδεμένη με την Ελλάδα.

– Πώς σας ήρθε η σκέψη για το Ελληνικό Ινστιτούτο στη Δανία;
– Το 2015 ανακοινώθηκε ότι θα κλείσει το ελληνικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης. Εγώ εκεί έκανα σπουδές, διδακτορικό, μεταδιδακτορικό και μετά ήμουν επίκουρη καθηγήτρια σε αυτό το τμήμα με σύμβαση τεσσάρων ετών. Δεν υπήρχε μόνιμο προσωπικό, είχαμε μια καθηγήτρια που δίδασκε γλώσσα και όταν συνταξιοδοτήθηκε δεν αναπληρώθηκε. Πήρα μια υποτροφία για έρευνα και πήρα τη θέση, αλλά λίγο πριν να μονιμοποιηθώ, ανακοινώθηκε ότι θα κλείσει το πρόγραμμα λόγω περικοπών.

– Ετσι αποφασίσατε να δημιουργήσετε το Ινστιτούτο;
– Οταν έκλεισε το πρόγραμμα δεν μας είπαν ότι θα κλείσουν όλοι οι τομείς. Μας είπαν ότι θα μείνει ανοιχτός ο ερευνητικός τομέας για τη μελέτη των νεοελληνικών σπουδών αλλά δεν ίσχυσε. Μου γεννιέται τότε η ιδέα να ιδρυθεί ένα Ελληνικό Ινστιτούτο στην Κοπεγχάγη. Και από εκεί αρχίζει η περιπέτειά μου. Διότι όπως καταλαβαίνετε ένα ινστιτούτο χρειάζεται ανθρώπους, πόρους και κυρίως έδρα. Εγώ έχω αφοσιωθεί σε αυτή την ιδέα, συντάξαμε το καταστατικό, τα μέλη του Δ.Σ. είναι όλοι ακαδημαϊκοί και ο σκοπός του Ινστιτούτου είναι η διάδοση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού στις βόρειες χώρες. Αυτό περιλαμβάνει φυσικά την ελληνική γλώσσα, την ιστορία, τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και φυσικά τη διάδοση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Φέτος, διοργανώσαμε τον Μάρτιο το Φεστιβάλ Λογοτεχνίας, με καλεσμένους τον Πέτρο Μάρκαρη, την Αμάντα Μιχαλοπούλου και τη Λένα Κιτσοπούλου. Φιλοδοξούμε να εδραιωθεί το Φεστιβάλ και να γίνει ετήσιο, να το επαναλάβουμε δηλαδή τον επόμενο Απρίλιο. Το σημαντικό φυσικά είναι οι πόροι, αναζητούμε τρόπους να στηριχθεί το Ινστιτούτο. Χρειάζονται πόροι γιατί έχουμε δράσεις εκτεταμένες, αλλά εγώ εργάζομαι εθελοντικά τα τελευταία τρία χρόνια και υπάρχει ανάγκη να βρεθεί χορηγός για να μη χαθεί όλη αυτή η ελληνική κληρονομιά που υπάρχει στο Ελληνικό Ινστιτούτο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ