ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καθώς η κρίση ξεκινούσε στο εξωτερικό και δεν είχε ακόμη χτυπήσει την Ελλάδα, στα τέλη του 2008, ήδη η αλυσίδα λιανικού εμπορίου ζώων συντροφιάς και τροφών για ζώα συντροφιάς Pet City είχε περί τα 15 καταστήματα στην Αθήνα. Τότε, όταν ακόμη «έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα», όπως έλεγαν οι παλιοί για τις καλές εποχές, ο Κρητικός επιχειρηματίας Μαντζουράνης Μαντζουρανάκης ζούσε το δικό του όνειρο: την ανάπτυξη της πρώτης ελληνικής αλυσίδας για κατοικίδια.

Ομως, όταν μπήκε το 2009 και περισσότερο το 2010, όχι μόνον ο κόσμος σταμάτησε να αγοράζει κατοικίδια αλλά αντιμετώπισε πρόβλημα ακόμη και για τη διατροφή των υπαρχόντων. Τάιζε τα ζώα του λιγότερο και συχνά παραμελούσε ή ανέβαλλε τον εμβολιασμό τους και τις εξετάσεις τους για να εξοικονομήσει χρήματα. Περιέκοβε δηλαδή σημαντικά κομμάτια από τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που διαθέτουν τα καταστήματα Pet City. Τα πράγματα ήταν δύσκολα. Πολλά μικρά συνοικιακά pet shops έκλειναν. Ο Μ. Μαντζουρανάκης και η οικογένειά του, όμως, που δουλεύουν όλοι στην επιχείρηση, δεν το έβαλε κάτω. Απάντησε με ανάπτυξη, νοικοκύρεμα και έλεγχο του κόστους. Μέσα στα τρία πρώτα χρόνια της κρίσης είχε κιόλας προσθέσει άλλα περίπου δέκα σημεία πώλησης φτάνοντας τα 26 και επεκτάθηκε και στις υπηρεσίες κτηνιατρικής περίθαλψης με την έναρξη λειτουργίας του κτηνιατρικού κέντρου «Vet City» στη Γλυφάδα.

Ετσι από 13,5 εκατομμύρια ευρώ κύκλο εργασιών το 2008 βρέθηκε, το 2016, με υπερδιπλάσιες πωλήσεις, κοντά στα 32 εκατομμύρια ευρώ. Ακολουθώντας τόσο ανάπτυξη μέσω στοχευμένων εξαγορών όσο και, περισσότερο, οργανική ανάπτυξη, έφτασε το 2016 να έχει σχεδόν 50 καταστήματα και από την Αττική επεκτάθηκε αρχικά στη Χαλκίδα και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα διαθέτει τα προϊόντα της σε περίπου 60 καταστήματα με το σήμα της πανελλαδικά και απ’ ό,τι φαίνεται δεν θα σταματήσει πριν καλύψει το σύνολο των αγορών που έχουν νόημα για τον όμιλο και την κάλυψη όλων των πληθυσμιακά σημαντικών κέντρων. Παράλληλα, βέβαια, δεν ξέχασε το ηλεκτρονικό εμπόριο. Ανέπτυξε παρουσία στο Internet και e-shop, από το οποίο διεκπεραιώνονται ήδη σημαντικοί όγκοι πωλήσεων κυρίως ζωοτροφών για κατοικίδια, που παραδίδονται κατ’ οίκον.

Εφτασε λοιπόν το 2017 να καταγράφει περαιτέρω αύξηση του κύκλου εργασιών της Pet City –ή ΠΕΤ ΣΙΤΥ ΑΕΒΕ, όπως είναι το εταιρικό της όνομα–, κατά 974,8 χιλιάδες ευρώ ή 3,06% στα 33,03 εκατομμύρια ευρώ, η οποία κρίνεται ικανοποιητική σε σχέση µε την αγορά και τον κλάδο όπου δραστηριοποιείται. Η περυσινή χρονιά κινήθηκε αντίστοιχα θετικά, αναφέρουν πηγές της αγοράς. Το 2017 το περιθώριο καθαρού κέρδους αυξήθηκε κατά 0,38% εξαιτίας της υψηλότερης αύξησης των πωλήσεων από το κόστος. Τα κέρδη προ φόρων για τη χρήση του 2017 ανήλθαν σε 4,12 εκατομμύρια ευρώ από 3,8 εκατ. το προηγούμενο έτος, αυξημένα κατά 8,42%. Το μεικτό κέρδος ήταν 16,3 εκατομμύρια ή 3,74% υψηλότερο. Ο συνολικός δανεισμός της ΠΕΤ ΣΙΤΥ ΑΕΒΕ από 6,8 εκατομμύρια το 2016 περιορίστηκε στα τέλη του 2017 στα 6,2 εκατομμύρια υποχωρώντας κατά 8,41%, ενώ τα ταµειακά διαθέσιµα και ισοδύναµα της 31/12/2017 διαμορφώθηκαν στα 5,9 εκατομμύρια ευρώ. Ο καθαρός δανεισμός της εταιρείας, δηλαδή τα δάνεια μείον το ταμείο, ήταν μόλις 900.000 σε ένα σχήμα με υγιείς ταμειακές ροές.  Δεν αποτελεί έτσι έκπληξη που η εταιρεία της οικογένειας Μαντζουρανάκη είναι, όπως λένε τραπεζικές πηγές, η κλασική περίπτωση μιας υγιώς αναπτυσσόμενης επιχείρησης. «Ολες οι λειτουργίες μας, κύριες ή υποστηρικτικές, προσπαθούν να προσδώσουν προστιθέμενη αξία στον πελάτη µας, σε σχέση µε την αξία που πήραμε από τον προμηθευτή µας», αναφέρει η διοίκηση. Η ΠΕΤ ΣΙΤΥ ΑΕΒΕ ιδρύθηκε στις 7 Αυγούστου του 1996 και λίγο αφότου έκλεισε τα 30 χρόνια της έλεγχε ήδη σημαντικές κτιριακές και αποθηκευτικές εγκαταστάσεις στο 22ο χλµ. της λεωφόρου Λαυρίου στο Κορωπί, όπου και η έδρα της, ενώ απασχολούσε πλέον περί τα 370 άτομα προσωπικό. Οι χρηματοοικονομικές επιδόσεις της εταιρείας είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικές, αν αναλογιστεί κανείς την κρίση της ελληνικής οικονομίας, αλλά και την κυκλικότητα της αγοράς στην οποία δραστηριοποιείται: λίγοι αγοράζουν ζωοτροφές μέσα στην κρίση και προτιμούν να ταΐζουν τα αγαπημένα τους ζώα με «μαγειρεμένο» φαγητό. Ομως η Pet City, που έχει καταφέρει να είναι και αγαπημένο μέρος των παιδιών εξαιτίας των μικρών εκθέσεων με μικρά κατοικίδια όπως κουνέλια, ωδικά πτηνά ή ψάρια, πέτυχε να μπορεί να διαθέτει ζωοτροφές σε τιμές ευθέως ανταγωνιστικές με την κατ’ οίκον παρασκευή τροφής. Κατά τη δεκαετία 2006-2016 ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του κύκλου εργασιών της διαμορφώθηκε στο 11% και η απόδοση των απασχολούμενων κεφαλαίων στο 37%. Η βασική επιτυχία του Μ. Μαντζουρανάκη, όμως, είναι ότι κατάφερε το εμπορικό σήμα της εταιρείας του, το brand Pet City, να γίνει συνώνυμο με τον κλάδο, δηλαδή τα pet shops.

Στα 200 εκατ. ευρώ οι πωλήσεις των ζωοτροφών για τα κατοικίδια

Η ελληνική αγορά ζωοτροφών για κατοικίδια και ζώα συντροφιάς υπολογίζεται πως θα διαμορφωθεί φέτος στα επίπεδα των 198 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της statista.com. Οι ίδιες εκτιμήσεις μιλούν για προβλεπόμενο μέσο ρυθμό ετήσιας ανάπτυξης των πωλήσεων της τάξης του 4,5% έως το 2023. Η ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά τροφών για κατοικίδια ζώα εκτιμάται ότι ανέρχεται σε περίπου 24 δισ. ευρώ, ενώ η μεγαλύτερη διεθνώς θεωρείται η αμερικανική με κύκλο εργασιών της τάξης των 26,5 δισ. Η αναγωγή των μεγεθών αυτών σε κατά κεφαλήν δαπάνη για ζωοτροφές στην Ελλάδα δίδει το ποσό των περίπου 19,8 ευρώ.


Τα κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα έχουν σημαντικά περιθώρια κέρδους και έτσι δεν αποτελεί έκπληξη που η Pet City έχει λάβει σχετική άδεια και συνιστά έναν από τους μεγαλύτερους παίκτες διάθεσής τους στη λιανική.

Ως ζώο συντροφιάς ή κατοικίδιο θεωρείται κάθε ζώο που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στην κατοικία του, για λόγους ζωοφιλίας ή συντροφιάς. Ως ζώα συντροφιάς λοιπόν θεωρούνται και οι σκύλοι που χρησιμοποιούνται για το κυνήγι, τη φύλαξη ποιμνίων, τη φύλαξη χώρων, την παροχή βοήθειας και προστασίας ατόμων με ειδικές ανάγκες, καθώς και οι σκύλοι έρευνας και διάσωσης και οι σκύλοι που χρησιμοποιούνται από τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Αλλά και πολλά άλλα είδη, εκτός από τους σκύλους και τις γάτες, όπως τα ωδικά πτηνά, τα ερπετά και τα ψάρια.

Ομως η ζήτηση για ζωοτροφές εξαρτάται άμεσα από το πλήθος των κατοικίδιων ζώων. Η ανάγκη για συντροφικότητα στις σημερινές συνθήκες έχει αυξήσει τα ζώα συντροφιάς. Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι το 40%-50% των κατοικίδιων σκύλων και γατών τρέφεται με βιομηχανοποιημένη τροφή. Ωστόσο ο αριθμός των κατοικιδίων που μπορεί να φιλοξενηθεί είναι δεδομένος και έτσι η ανάπτυξη της αγοράς δεν είναι σε καμιά περίπτωση χωρίς όρια. Επομένως το μυστικό για την επιτυχή επιχειρηματική δραστηριότητα εμπορίας τους είναι αφενός η συγκέντρωση και αφετέρου ο έλεγχος του κόστους και η δυνατότητα τιμολόγησης προστιθέμενης αξίας που θα βελτιώσει τα περιθώρια κέρδους, εξηγούν οι ειδικοί. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, περιορίζει τον διαθέσιμο χρόνο των ιδιοκτητών για την περιποίηση των κατοικίδιων ζώων τους, με αποτέλεσμα να στρέφονται στις βιομηχανοποιημένες τροφές, οι οποίες «εξοικονομούν» χρόνο στην προετοιμασία των γευμάτων.

Παράλληλα και τα κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα έχουν σημαντικά περιθώρια κέρδους και έτσι δεν αποτελεί έκπληξη που η Pet City έχει λάβει σχετική άδεια και συνιστά έναν από τους μεγαλύτερους παίκτες διάθεσής τους στη λιανική. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι καθώς τα κτηνιατρικά φάρμακα δεν υπόκεινται στους περιορισμούς των δημοσίων δαπανών για την υγεία, έχουν πολύ υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Ορισμένες πηγές μάλιστα αναφέρουν πως αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα κυκλοφορούν κτηνιατρικά φάρμακα στην αγορά με τις ίδιες δραστικές ουσίες με αυτά για τους ανθρώπους και σε παρόμοιες περιεκτικότητες αλλά με πολύ υψηλότερες τιμές.

Οπως όμως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις έτσι και η αγορά των προϊόντων για κατοικίδια στην Ελλάδα υποφέρει από ελλιπή ενημέρωση για τη διατροφική αξία των έτοιμων ζωοτροφών και απειλείται από τη διακίνηση προϊόντων χαμηλής ποιότητας.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι το σοβαρό έλλειμμα φιλοζωικής κουλτούρας που συχνά οδηγεί πολλά κατοικίδια στον δρόμο ως αδέσποτα. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για την κοινωνία και υπονομεύει τη θέση των εμπορικών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τα κατοικίδια καθώς συχνά ενοχοποιούνται, αυθαίρετα ή μη, για τον «πληθωρισμό» αδέσποτων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ