Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ο ξένος Τύπος και ο καθρέφτης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κάπου στο 1990 ή το ’91, λίγο καιρό αφού άρχισα να εργάζομαι ως ανταποκριτής ξένου πρακτορείου ειδήσεων, διάβασα τυχαία στα απομνημονεύματα βετεράνου Αμερικανού δημοσιογράφου ότι όταν βρισκόταν ξαφνικά σε μια χώρα ή περιοχή για την οποία δεν γνώριζε τι συμβαίνει, αναζητούσε αμέσως τρία πρόσωπα για να πληροφορηθεί: τον τοπικό ιερωμένο, τον τραπεζίτη (ή ό,τι αντιστοιχούσε σε αυτόν) και τον φούρναρη.

Οι πρωταγωνιστές του δράματος που προκαλούσε την έλευση μελών του ξένου Τύπου θα παρουσίαζαν μόνο τη δική τους πλευρά των γεγονότων, ενώ οι άνθρωποι που είχαν πιο άμεση σχέση με τις ανάγκες, τις ελπίδες, τους φόβους, τις εντάσεις και τις αλλαγές της κοινωνίας θα έδιναν βάθος και ουσία σε ό,τι διαδραματιζόταν εκείνες τις ημέρες στην περιοχή τους. Δεν θυμάμαι το όνομα του δημοσιογράφου (και περιέργως δεν βρήκα άκρη στο Google)· ακολούθησα, όμως, τη συμβουλή του και μου φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη τα χρόνια που εργαζόμουν ως ανταποκριτής, εκτός αλλά και εντός Ελλάδας. Εάν προσέθεσα κάτι σε αυτήν, ήταν να αναζητώ και κουρέα της περιοχής, η γνώμη του οποίου συνήθως συνόψιζε τις γνώμες των πελατών του.

Αυτή την τακτική εφάρμοζαν και οι περισσότεροι δημοσιογράφοι και φωτογράφοι που κινούνταν στην πρώτη γραμμή της ενημέρωσης, ερευνώντας την κατάσταση μακριά από τις πηγές της ισχύος της δικής τους χώρας ή της χώρας στην οποία βρίσκονταν. Είναι δύσκολο για όποιον δεν έχει εργαστεί έτσι να καταλάβει την αξία του συνδυασμού ανταγωνισμού και αλληλεγγύης μεταξύ των ανταποκριτών: πρέπει να μάθουν τι συμβαίνει, να το καταγράψουν, να το τοποθετήσουν μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο για να αναδειχθεί η σημασία του, την ώρα που τους κυνηγάει ο χρόνος.

Πρέπει να προλάβουν τις προθεσμίες για την εκτύπωση των εφημερίδων ή για τα δελτία ειδήσεων, να είναι πιο γρήγοροι από τους ανταγωνιστές/συναδέλφους, την ώρα που βασίζονται ο ένας στον άλλον για ασφάλεια σε επικίνδυνα μέρη. Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι η ύπαρξη του ανταγωνισμού υποχρέωνε τους ανταποκριτές να λένε την αλήθεια.

Οι αυστηρότεροι κριτές τους ήταν οι συνάδελφοι από άλλα μέσα ενημέρωσης, οι οποίοι ήταν σε θέση είτε να επιβεβαιώσουν είτε να διαψεύσουν μια είδηση. Εάν, για παράδειγμα, ο ανταποκριτής κάποιου πρακτορείου έγραφε για μια ένοπλη σύγκρουση ή κάποιο άλλο αξιοσημείωτο γεγονός, ενώ ουδείς άλλος το γνώριζε, συνέβαινε το εξής: σοβαροί διεθνείς οργανισμοί όπως το BBC ζητούσαν από άλλα πρακτορεία να επιβεβαιώσουν το γεγονός πριν το μεταδώσουν κι αυτοί, οι αρχισυντάκτες των πρακτορείων έστελναν «ρουκέτες» στους ανταποκριτές τους, με το βαρύ υπονοούμενο ότι είχαν χάσει την είδηση, και οι τελευταίοι έτρεχαν, είτε να την επιβεβαιώσουν ντροπιασμένοι είτε να τη διαψεύσουν πανηγυρικά. Οι ανταποκριτές που συχνά έμεναν πίσω από τον ανταγωνισμό, όπως και όσοι αποδείχθηκαν αναξιόπιστοι, έχαναν τη δουλειά τους. Και ο ανταγωνισμός μεταξύ των πρακτορείων έπαιζε ρόλο: εάν πρακτορείο αργούσε ή εάν φαινόταν αναξιόπιστο, θα έχανε πελάτες. Επιπλέον, επειδή πελάτες σε μια χώρα μπορούσαν να είναι είτε από τα δεξιά είτε τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, δεν επιτρεπόταν καμία υπερβολή στην ερμηνεία των γεγονότων.

Εάν, για παράδειγμα, μια εφημερίδα στην Ελλάδα θεωρούσε ότι οι ανταποκρίσεις ενός πρακτορείου στην Ελλάδα διαστρέβλωναν την πραγματικότητα στις ανταποκρίσεις τους, δεν θα εμπιστεύονταν τις ανταποκρίσεις από άλλες χώρες και θα έλυναν τη συνεργασία με το πρακτορείο. Τόσο απλά, τόσο αποτελεσματικά. Εάν κάποια εφημερίδα ήθελε, για όποιο λόγο, να παρουσιάζει τα γεγονότα με τρόπο που συνέφερε τη μια ή την άλλη πλευρά, αυτό αποφασιζόταν μακριά από την πρώτη γραμμή, αφορούσε την ιδιοκτησία, τη διεύθυνση, ίσως τους αρθρογράφους, όχι τον ανταποκριτή.

Σήμερα πολλά άλλαξαν. Οι τεχνολογικές εξελίξεις και τα κοινωνικά δίκτυα έχουν ως αποτέλεσμα να μη βασιζόμαστε τόσο στους ανταποκριτές που είχαν τα εφόδια να βρίσκονται σε απόμακρα μέρη μέσα σε μερικές ώρες και την εμπειρία να αξιολογήσουν και να παρουσιάσουν τι συμβαίνει.

Τώρα, σε εμπόλεμες περιοχές, η αφήγηση ανήκει κυρίως σε ντόπιους με τηλέφωνα-κάμερες, στην προπαγάνδα των μαχόμενων πλευρών, στις «πληροφορίες» από διάφορες πρωτεύουσες.  Επίσης, στις χώρες που σε μεγάλο βαθμό καθόριζαν την ποιότητα του διεθνούς Τύπου –ΗΠΑ και Βρετανία–, η πόλωση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων είναι τέτοια που η αλήθεια κινδυνεύει να μην είναι υπέρτατο κριτήριο αξιολόγησης των γεγονότων. Ετσι, και η αντικειμενικότητα υποτιμάται.

Οι ανταποκριτές, αρθρογράφοι και διευθυντές, που είτε δεν κατάλαβαν είτε απλοποιούν ή διαστρεβλώνουν τα πράγματα, δεν ελέγχονται επαρκώς, ενώ όσοι παρουσιάζουν εξαιρετική δουλειά δεν ανταμείβονται αναλόγως. Στα κοινωνικά δίκτυα, στον Τύπο και στην πολιτική, οι μεν θα συμφωνήσουν οι δε θα διαφωνούν – συνήθως μεγαλοφώνως και αυτάρεσκα.

Γράφονται εξαιρετικές ανταποκρίσεις για την Ελλάδα, από επισκέπτες και μόνιμους κάτοικους, και μονόπλευρα, ρηχά κείμενα. Μέσα στην γενικευμένη καχυποψία, τα καλά υποτιμώνται και τα κακά μεγαλοποιούνται. Γνωρίζουμε ότι ο καθρέφτης του ξένου Τύπου δεν είναι αντικειμενικός: δείχνει αυτό που ποθούμε ή αυτό που μας εξοργίζει. Σημασία έχει να κοιτάζουμε μπροστά, όχι στον καθρέφτη. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ