ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Η «μέθη» του Γούντστοκ: 50 χρόνια μετά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το Γούντστοκ σχεδιάστηκε ως μια συνηθισμένη συναυλία ροκ για πενήντα χιλιάδες άτομα και κατέληξε όχι μόνο στο μεγαλύτερο φεστιβάλ μουσικής αλλά, κυρίως, να συμβολίσει εμβληματικά την αναδυόμενη «αντικουλτούρα» της δεκαετίας του 1960. ASSOCIATED PRESS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

«Το Γούντστοκ είναι μια δίψα αξεδίψαστη, ένας πυρετός του ουρανού. Τα νιώθουμε αυτά αλλά δεν μπορούμε να τα πούμε με λέξεις, παρά μόνο αν γίνουν μουσική, χορός, ποίηση»
Διονύσης Σαββόπουλος, «Τα Νέα», 10-11.8.2019

Οταν οι άνθρωποι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη ζωή τους με τρόπο διαφορετικό από τον κυρίαρχο, αναζητούν άλλους ανθρώπους να μοιραστούν τα αισθήματά τους. Νιώθεις αυτό που νιώθω; Σκέπτεσαι όπως σκέπτομαι; Δεν αρκεί η εγκεφαλική συγκατάνευση. Νιώθουμε υπαρξιακή ανάγκη να βρεθούμε σωματικά με τους άλλους στον ίδιο χώρο – να μετάσχουμε στην κοινή εμπειρία. Το φεστιβάλ μουσικής του Γούντστοκ («Τρεις μέρες ειρήνης και μουσικής»), που πραγματοποιήθηκε πριν από πενήντα χρόνια (15-18 Αυγούστου 1969) σε μια τεράστια φάρμα στο Μπέθελ της Νέας Υόρκης, ήταν μια γιγάντια σύναξη ανήσυχων, συγγενών ψυχών. Σχεδιάστηκε ως μια συνηθισμένη συναυλία ροκ για πενήντα χιλιάδες άτομα και κατέληξε όχι μόνο στο μεγαλύτερο φεστιβάλ μουσικής αλλά, κυρίως, να συμβολίσει εμβληματικά την αναδυόμενη «αντικουλτούρα» της δεκαετίας του 1960.

Μισό εκατομμύριο νέοι, για τρεις μέρες, μέσα στον ήλιο, στη βροχή και στη λάσπη, σε αυτοσχέδιες, ανθυγιεινές, και επισφαλείς συνθήκες οργάνωσης, βίωσαν στιγμές διονυσιακής έκστασης, με άφθονη μουσική, αλκοόλ, έρωτα, ακόμη και ναρκωτικά. Ο ειρηνικός χαρακτήρας του φεστιβάλ (καθόλου αυτονόητο – οι ταραχές ήταν συχνές, ενώ ένα χρόνο πριν είχαν δολοφονηθεί ο Ρόμπερτ Κένεντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ), η διάχυτη ανεκτικότητα, και η αλληλέγγυα αυτο-οργάνωση δημιούργησαν για λίγο, όπως είπε κάποιος, «μια νέα εναλλακτική πόλη».

Η πρόνοια των διοργανωτών να κινηματογραφηθεί το φεστιβάλ και η βραβευθείσα με Οσκαρ, ταινία-ντοκιμαντέρ του Μάικλ Γουόντλεϊ που ακολούθησε, συνετέλεσαν αποφασιστικά στη διείσδυση του Γούντστοκ ως μιντιακού γεγονότος στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα και στην έμμεση βίωση της μοναδικής ατμόσφαιράς του από εκατομμύρια θεατές ανά τον κόσμο. Οταν η ταινία προβλήθηκε στο «Παλάς», στην Αθήνα της δικτατορίας, τον Νοέμβριο 1970, χιλιάδες νέοι ένιωσαν, έστω και με διαμεσολαβημένη επικοινωνία, το κλίμα του Γούντστοκ. Το αυτοσχέδιο τραγούδι του Χέιβενς «Ελευθερία» ήταν στα χείλη όλων. Το Γούντστοκ είχε γίνει «Γούντστοκ» – ένα αυθύπαρκτο συμβάν που, στο μέτρο που αναπαράγεται μιντιακά, διευρύνει την επιρροή του αρχικού γεγονότος, συζητείται, και γίνεται αντικείμενο οικειοποίησης σε διαφορετικά συμφραζόμενα.

Τι έφερε κοντά το πρωτοφανές πλήθος στο Γούντστοκ; Ούτε οι ίδιοι ήξεραν καλά. Το μείζον, τελικά, ίσως δεν ήταν η μουσική καθαυτή αλλά η πανηγυρική σύναξη. Πενήντα χιλιάδες άτομα προσήλθαν μία μέρα νωρίτερα! Η συμμετοχή δήλωνε κάτι παραπάνω από μια διάθεση «to have fun» – ήταν προσκύνημα, ιεροτελεστία χειραφέτησης, δίψα για «μετα-υλιστικό» νόημα ζωής. Σε πρόσφατο ντοκιμαντέρ του PΒS, μια τότε παρευρεθείσα είπε: «Ηταν απερίγραπτο. Με κατέλαβε ένα ζεστό αίσθημα και [σκέφτηκα] “Θεέ μου, υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στον κόσμο που σκέπτονται όπως εγώ;” Ηταν σαν να συναντάς τους αδελφούς και τις αδελφές σου».

Τι υποδήλωνε η εντυπωσιακή παρουσία τους; Την ανάγκη να εκφράσουν μια νέα στάση ζωής: σεξουαλική απελευθέρωση, αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ, αντιαυταρχισμός, σεβασμός στην ετερότητα, αναζήτηση αυθεντικότητας.

Ακόμα πιο βαθιά, καθρεφτίστηκε μια νέα υπαρξιακή στάση απέναντι στον εαυτό – ολιστική, μη λογοκεντρική, εκφραστική. Το διονυσιακό-ρομαντικό πνεύμα του Γούντστοκ ήταν κατάφαση στη ζωή – στο πάθος για ετερότητα, συναισθηματική έκφραση και προσωπική δημιουργία, στη λαχτάρα για «αρχέγονη ενότητα» με τους άλλους και τη φύση. Παραδόξως, η αχαλίνωτη ατομική εκφραστικότητα συνυπήρχε με τις άτυπες νόρμες της φεστιβαλικής συλλογικότητας.

Ο Νίτσε λέει ότι το μεγαλείο της αρχαιοελληνικής τραγωδίας ήταν η συνύφανση του απολλώνειου και του διονυσιακού στοιχείου: του λόγου και του πάθους, της τάξης και της αταξίας, της έλλογης υποκειμενικότητας και της άλογης υπέρβασής της. Αν εμβληματικό στοιχείο του απολλώνειου πνεύματος είναι η απεικόνιση (η μορφή), το αντίστοιχο του διονυσιακού είναι η μουσική. Η μουσική απευθύνεται στο συναίσθημα και βιώνεται αισθητικά ως «μέθη»-απελευθέρωση ψυχικής ενέργειας, αισθησιακή δόνηση, μετοχή σε μια «αρχέγονη ενότητα» που υπερβαίνει την οδύνη της ατομικής ύπαρξης.

«Διεύρυνση συνείδησης»

Το Γούντστοκ ήταν μια διονυσιακή έκρηξη σε μια «τακτοποιημένη» ζωή, σε εποχή τεχνο-οικονομικής αισιοδοξίας· «μέθη», αναζητώντας συνειδησιακή πληρότητα, σε περίοδο ευημερίας. Αν και η «διεύρυνση συνείδησης» επιχειρήθηκε από αρκετούς τότε –ανόητα, αδιέξοδα και ενίοτε αυτοκαταστροφικά– με ναρκωτικά, το αίτημα της συνειδησιακής πληρότητας παραμένει, για τον ανήσυχο άνθρωπο, ζωντανό. Το νόημα της ζωής μας δεν είναι δεδομένο – αντλώντας από συλλογικές παραδόσεις (δεν μπορούμε να αποχωρήσουμε από την κοινωνία), καλούμαστε να το ορίσουμε προσωπικά. Το νεωτερικό άτομο φιλοτεχνεί τον εαυτό του.

Το Γούντστοκ σηματοδότησε την, με τα λόγια του Μαρξ, απόπειρα για «χειραφέτηση των αισθήσεων»: τη μη χρησιμοθηρική-εργαλειακή προσέγγιση του κόσμου. «See me, touch me, feel me, heal me», τραγουδούσε ο Τάουνσεντ. Οι χειραφετημένες αισθήσεις δεξιώνονται τον κόσμο: η ανάγκη και η απόλαυση αποβάλλουν τον εγωκεντρικό τους χαρακτήρα, η φύση δεν θεωρείται απλώς αντικείμενο χρήσης. Η χειραφέτηση, φυσικά, δεν είναι κατάσταση αλλά διαρκής κίνηση. Το Γούντστοκ αποκρυστάλλωσε και τόνωσε τη δυναμική της.

Το Γούντστοκ δεν ήταν επανάσταση αλλά διονυσιακό ξέσπασμα. Ως αυθεντικό συμβάν, ήταν απροσδόκητο και ανεπανάληπτο. Αν μείνουμε στις αρνητικές του παρενέργειες ή τις φθαρμένες του εκδοχές (π.χ. τον ατομισμό, τον ηδονισμό, τον ψευδεπίγραφο αντιαυταρχισμό, την ιδιώτευση), θα έχουμε χάσει την καινοτόμο διακριτότητά του. Είμαστε, άλλωστε, λίγο πολύ παιδιά του. Αν σήμερα μας ενδιαφέρουν το σώμα και το συναίσθημα, αν η σεξουαλικότητα δεν είναι ταμπού, αν είμαστε ανοιχτοί στη διαφορετικότητα, αν αναζητούμε μια συμβιωτική σχέση με το περιβάλλον, κι αν αναγνωρίζουμε τη βαθιά σύνδεση ατομικών επιλογών και συλλογικών προβλημάτων, το χρωστάμε εν μέρει στη «μέθη» του «Γούντστοκ». Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έχουν τη δύναμη να ανανεώνονται όσο θαυμάζουν τον Απόλλωνα, χωρίς να απωθούν τον Διόνυσο.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ