Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Το άλλο πρόσωπο της φιλανθρωπίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο μεγιστάνας Άντριου Κάρνεγκι, που κάποτε ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, είχε γράψει ένα κείμενο με τα πιστεύω του και την άποψή του για τον πλούτο. Η γνώμη του ήταν πως ο πλούτος δεν πρέπει να συσσωρεύεται και να κληρονομείται, αλλά να μοιράζεται και πως η ευθύνη των πλούσιων ανθρώπων όπως ο ίδιος είναι να χρησιμοποιήσουν τα χρήματά τους για το καλό της κοινωνίας. Πράγματι, μπορεί οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα να μην έχουν ιδέα ποιος ήταν ο Άντριου Κάρνεγκι, αλλά πάρα πολλοί έχουν περάσει από τα μουσεία, τις δημόσιες βιβλιοθήκες και τα πανεπιστήμια που χρηματοδότησε το γιγάντιο φιλανθρωπικό ίδρυμα που φέρει το όνομά του. Έναν αιώνα μετά από τον Κάρνεγκι, η ιδέα της φιλανθρωπικής συνεισφοράς των πολύ πλούσιων ανθρώπων παραμένει πολύ δημοφιλής και οι κοινωνίες την αντιμετωπίζουν πολύ θετικά. Σκεφτείτε μόνο ποιο ήταν το δημόσιο προφίλ του Μπιλ Γκέιτς όταν ήταν ακόμα CEO της Microsoft (ένας αμείλικτος επιχειρηματίας που έκανε τα πάντα για να γονατίσει τους ανταγωνιστές του και να θωρακίσει το παγκόσμιο μονοπώλιο της εταιρείας του) και το δημόσιο προφίλ που έχει σήμερα (ο μεγαλύτερος φιλάνθρωπος στην ιστορία του κόσμου). Πλέον η ιδέα ότι οι μεγιστάνες του πλούτου έχουν την ηθική και την κοινωνική υποχρέωση να δίνουν χρήματα, χρόνο, ιδέες και εμπειρία (αλλά κυρίως χρήματα) πίσω στην κοινωνία που βοήθησε να δημιουργηθεί αυτός ο πλούτος είναι καθιερωμένη ως κάτι το αυτονόητο και η ανάγκη και η προθυμία “να αλλάξουμε τον κόσμο” βρίσκεται σε κάθε ομιλία κάθε ιδρυτή τεχνολογικών “μονόκερων” στα απανταχού TED.

Υπάρχει, όμως, και αντίλογος σε όλα αυτά. Στο τελευταίο του βιβλίο “Winners Take All: The Elite Charade of Changing the World” ο αμερικανός συγγραφέας Άναντ Γκίρινταραντας υποστηρίζει ότι η κοινωνική δράση, η φιλανθρωπία και η πρόθεση “να αλλάξουν τον κόσμο” όλα μαζί αποτελούν μια μέθοδο που χρησιμοποιούν οι “ελίτ” για να προστατεύσουν την θέση τους, τα εργαλεία συσσώρευσης και προστασίας του πλούτου τους και την ισχύ τους από κάθε είδους κοινωνική κατακραυγή. Ένα καλό παράδειγμα του φαινομένου που περιγράφει είναι το όνομα “Σάκλερ”, το οποίο κοσμεί πτέρυγες του Μετροπόλιταν, του Σμιθσμόνιαν και του Λούβρου, μεταξύ πολλών άλλων. Ανήκει στην ομώνυμη οικογένεια, που διαθέτει μια περιουσία άνω των 13 δισ. δολαρίων, και έχει αναπτύξει τεράστια φιλανθρωπική δράση, κυρίως στον τομέα της τέχνης. Στην οικογένεια αυτή, λοιπόν, ανήκει η Purdue Pharma, η φαρμακευτική εταιρεία που μεταξύ άλλων διαθέτει στην αγορά το οπιοειδές αναλγητικό OxyContin. Τα τελευταία χρόνια η εταιρεία αυτή έχει πληρώσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε πρόστιμα για τον τρόπο με τον οποίο διαφημίζει και προωθεί το συγκεκριμένο προϊόν, αποκρύπτοντας το πόσο εθιστικό είναι. Η κατάχρηση και η υπερσυνταγογράφηση αυτού και άλλων οπιοειδών αναλγητικών στις ΗΠΑ έχει οδηγήσει σε πάνω από 200.000 θανάτους τα τελευταία είκοσι χρόνια, μια ανείπωτη, σχετικά άγνωστη τραγωδία. Μέχρι πρόσφατα, ωστόσο, το όνομα Σάκλερ δεν ήταν ταυτισμένο με αυτή την καταστροφή, αλλά με τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, τα οποία χρηματοδοτούσε αφειδώς με εκατομμύρια δολάρια, από αυτά που είχαν πληρώσει οι άνθρωποι που πέθαιναν από την κατάχρηση του φαρμάκου τους.

Ο Γκίρινταραντας στο βιβλίο του, βεβαίως, τονίζει πως οι πολύ πλούσιοι άνθρωποι που επιθυμούν να “αλλάξουν τον κόσμο” δεν προσπαθούν όλοι να καλύψουν εγκλήματα όπως οι Σάκλερ. Οι περισσότεροι θέλουν να εξασφαλίσουν ότι θα παραμείνουν στο απυρόβλητο με τα συμφέροντά τους άθικτα ή ακόμα και να επανεπενδύσουν τα κέρδη τους σε τομείς που ωφελούν, καμουφλάροντας την δράση τους ως φιλανθρωπία. Ο συγγραφέας προστίθεται στις πολλές και δυνατές δημόσιες φωνές που ζητούν την επιθετική φορολόγηση των πολύ πλούσιων ελίτ, και επιχειρηματολογεί πως το να τους εμπιστευόμαστε να δίνουν αυτοί όσα και όπως θέλουν, όχι απλά δεν κάνει τον κόσμο καλύτερο, αλλά εξασφαλίζει ότι, στην ουσία, και πέρα από μικρές ή μεμονωμένες βελτιώσεις, δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.

Η άποψη αυτή δεν είναι αδόκιμη, και η ιδέα της φορολόγησης του μεγάλου πλούτου δεν είναι εν γένει λανθασμένη. Ο ίδιος ο Άντριου Κάρνεγκι, άλλωστε ήταν υπέρ ενός ιλλιγγιώδους φόρου κληρονομιάς. Ωστόσο, κάποιος κακεντρεχής θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο κ. Γκίρινταραντας, που έχει σπουδάσει στο Χάρβαρντ, έχει ζήσει στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι και ήταν Fellow στο Aspen Institute, είναι από εκείνους τους χαβιαριστερούς, εκείνη την άλλη ελίτ που έχει τύψεις που είναι ελίτ, τους διανοούμενους που έχουν ωραίες και υψηλές ιδέες αλλά στο όνομά τους αγνοούν, για παράδειγμα, το πόσο διεφθαρμένα και/ή ανίκανα σε θέματα διαχείρισης είναι τα περισσότερα κράτη που συλλέγουν φόρους, ή και την ανθρώπινη φύση εν γένει (μια κρίση την οποία, παρ’ όλο που ο συγγραφέας γράφει εκτενώς για τις σχετικές του τύψεις στο βιβλίο, θεωρώ κακοπροαίρετη, καθώς ο άνθρωπος έχει εργαστεί στο παρελθόν και στην Ινδία). Σε κοινωνίες και περιβάλλοντα λιγότερο υγιή και προνομιούχα, που ζούν πιο έντονα στο πετσί τους την διαφθορά, η ιδέα ότι είναι καλύτερο όλα αυτά τα λεφτά να τα κρατήσει ένας Μπιλ Γκέιτς και να τα δώσει όπου νομίζει αυτός, παρά να τα πληρώσει ως φόρους στο κράτος για να τα διοχετεύσει το κόμμα που κυβερνάει όπου γουστάρει, δεν είναι άτοπη. Τα παραδείγματα φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών που είχαν εκπληκτικά αποτελέσματα σε θέματα ή σε κλίμακα που κανένας κρατικός μηχανισμός δεν είχε επιτύχει να προσφέρει λύσεις είναι, δε, τόσο πολυάριθμα, που κανείς δεν μπορεί να πει ότι αποτελούν εξαιρέσεις σε κάποιον κανόνα.    

Όπως και να ‘χει, όμως, το μήνυμα του βιβλίου αξίζει να υπάρχει στη δημόσια συζήτηση. Το θέμα της οικονομικής ανισότητας στο δυτικό κόσμο είναι υπαρκτό. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο, από το 1973 ως το 2014 ο μέσος αμερικανός εργαζόμενος έγινε 72% πιο παραγωγικός αλλά είδε τα εισοδήματα του να αυξάνονται μόνο κατά 9%. Το προϊόν αυτού του παραγωγικού αλματος το απολαμβάνουν άλλοι, λίγοι, ελάχιστοι. Το αν αυτοί οι άλλοι δικαιούνται να κρατούν αυτή την υπεραξία για τον εαυτό τους, το αν πρέπει να υποχρεώνονται να το επιστρέφουν στην κοινωνία μέσω της φορολογίας ή μέσω της εθελοντικής ή άλλης προσφοράς, είναι κάτι που αξίζει να συζητιέται σοβαρά και χωρίς παρωπίδες. Το αν κάποιοι από αυτούς δίνουν για να ξεχάσουμε το πώς τα απέκτησαν είναι, επίσης, ένα θέμα που αξίζει να συζητιέται.

Το 1892 ένα στρατιωτικό σώμα μισθοφόρων επιτέθηκε στους απεργούς του χαλυβουργείου Χόουμστεντ στο Πίτσμπεργκ των ΗΠΑ σε μια κανονικότατη μάχη, μια ένοπλη σύρραξη που τελικά κατέληξε σε 7 θανάτους απεργών και την λήξη της απεργίας. Το σώμα των μισθοφόρων πολέμησε για λογαριασμό της εταιρείας στην οποία ανήκε το χαλυβουργείο. Ιδιοκτήτης της εταιρείας ήταν ο Άντριου Κάρνεγκι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ