Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Η στρατηγική για τα Εξάρχεια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Αν δεν ήταν ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ να θυμίζει τις πιο απωθητικές πλευρές της διακυβέρνησής του (ιδίως τώρα με τη στάση του στην υπόθεση Ρασπούτιν), νομίζω ότι κανείς δεν θα καθόταν να ασχοληθεί μαζί του. Αυτό διαπιστώνω από τις επαφές μου με τον κόσμο. Μπορεί να κάνω λάθος;

Βεβαίως – έχω ταλέντο στο άθλημα. Αλλά, αν δεν θεωρούσα ότι βρίσκεται κοντά στην αλήθεια, δεν θα διακινδύνευα να το γράψω. Αυτό το αίσθημα αποστροφής οφείλεται, οπωσδήποτε, στην ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια του μαρτυρίου ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: πέντε χρόνια στην εξουσία, από τους κατεξοχήν ανίκανους στη διοίκηση είναι σκληρό μάθημα και το μετατραυματικό σοκ δεν είναι αστείο. Είναι όμως και ένα αίσθημα ενοχής, που συμβάλλει στην αποστροφή αυτή, ιδίως από εκείνους που είχαν, εν μέρει ή πλήρως, πιστέψει στους μύθους και στις εξωπραγματικές θεωρίες που καλλιεργούσε ο ΣΥΡΙΖΑ με σκοπό να γραπώσει την εξουσία. Στο βάθος του εαυτού μας, ξέρουμε ότι πληρώσαμε πανάκριβα τις δικές μας αυταπάτες και, τώρα, θέλουμε να κοιτάξουμε μπροστά και να πάμε παρακάτω. 

Για τον λόγο αυτό, καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο να σας ζητήσω να θυμηθείτε ποιος φόβος κυριαρχούσε τους τελευταίους μήνες πριν από τις εκλογές. «Θα καεί η Αθήνα». Αυτός σε γενικές γραμμές ήταν ο διάχυτος φόβος, τουλάχιστον σε εκείνη τη μερίδα του κόσμου που προσέβλεπε στην κυβερνητική αλλαγή. Θα καούν τα Εξάρχεια, οι αναρχικοί θα αφηνιάσουν, δεν θα μείνει τίποτε όρθιο και άλλα σχετικά κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα.

Και ήταν δικαιολογημένοι οι φόβοι αυτοί, για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η συνειδητοποίηση του μεγάλου κοινωνικού βάθους του προβλήματος. Εγινε συνείδηση, δηλαδή, ότι δεκαετίες επιτεινόμενης ανομίας έχουν ρίξει πια τις ρίζες τους πολύ βαθιά στην περιοχή, ώστε να αρκεί η πολιτική βούληση για να επανέλθουν ο νόμος και η τάξη.

Εξίσου μεγάλη σημασία με τη θέληση των κυβερνώντων έχει και ο τρόπος. Ο δεύτερος λόγος ήταν η ηττοπάθεια. Βλέπαμε επί πέντε χρόνια τη συντονισμένη προσπάθεια (ομολογουμένως, από τις σπάνιες περιπτώσεις που κατάφεραν να συντονισθούν...) του υπουργείου Δικαιοσύνης και του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, με σκοπό να διευκολύνεται η καθημερινότητα του αναρχικού, εις βάρος της καθημερινότητας του κοινού πολίτη. (Κοινός, επειδή ο αναρχικός είναι ανώτερος, καθώς του επιτρέπεται να παραβιάζει νόμους για τους οποίους οι άλλοι τιμωρούνται.) Ηταν επόμενο να έχουμε δεχθεί σχεδόν ως φυσική πραγματικότητα την πολιτική ανεξαρτησία των αναρχικών και την ασυδοσία της εγκληματικής δράσης τους.

Τι έγινε στα Εξάρχεια με το που ήλθε η Ν.Δ. στην κυβέρνηση αυτοδύναμη; Εν σχέσει με τους φόβους που επικρατούσαν, τίποτε. Οι εκλογές έγιναν κατακαλόκαιρο και οι αναρχικοί έκαναν διακοπές. Οταν γύρισαν από την Ικαρία, είχαμε κάποιες επιθέσεις με μολότoφ στους συνήθεις στόχους, ασήμαντες συγκριτικά με το παρελθόν, και αυτό ήταν όλο. Οταν αργότερα ξεκίνησαν οι εκκενώσεις των καταλήψεων, οι αναρχικοί απάντησαν με μπαράζ από γκαζάκια σε γραφεία της Ν.Δ. Συγγνώμη, αλλά ούτε και αυτό το λες ότι «καίγεται η Αθήνα». Αποδεικνύεται στην πράξη, λοιπόν, αυτό που τότε κατήγγελλε η αντιπολίτευση: ότι η κυβερνητική κάλυψη (ανοχή, συνενοχή, συνεργασία – η κάλυψη είχε διάφορες μορφές) επέτρεπε στους αναρχικούς να έχουν αποθρασυνθεί.

Βεβαίως, αυτό δεν αρκεί. Βολεύει, ωστόσο, για να τεθεί σε εφαρμογή η στρατηγική στην οποία η κυβέρνηση έχει καταλήξει για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η στρατηγική βασίζεται στη λεγόμενη θεωρία του σπασμένου παράθυρου, του Αμερικανού κοινωνιολόγου Τζέιμς Γουίλσον. (Πολύ γενικά, η θεωρία λέει ότι η αδιαφορία του νόμου είναι ο σοβαρότερος λόγος για την εδραίωση της ανομίας: το ένα σπασμένο παράθυρο θα φέρει το άλλο, το άλλο θα φέρει το επόμενο κ.ο.κ., μέχρι που δεν θα έχει μείνει κανένα.)

Στην πράξη, τώρα, η συγκεκριμένη στρατηγική δεν εφαρμόζεται διά του ροπάλου, δηλαδή με την αύξηση της αστυνομικής παρουσίας στις ευαίσθητες περιοχές. Βασίζεται μάλλον στη σταδιακή και «φυσιολογική» περικύκλωση των ευαίσθητων περιοχών από έναν κλοιό κανονικότητας, που ολοένα θα σφίγγει. Με τους όρους της θεωρίας του Γουίλσον, θα λέγαμε ότι το κράτος θα αρχίσει να διορθώνει τα σπασμένα παράθυρα. Δηλαδή, η καθαριότητα θα βελτιωθεί, ο φωτισμός θα αποκατασταθεί και θα ενισχυθεί, ενδεχομένως να χρειαστούν και πεζοδρομήσεις. Ολα αυτά, δε, παράλληλα με στοχευμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Αστυνομίας, εφόσον είναι απαραίτητες. Η παρουσία της Αστυνομίας θα είναι στην περιφέρεια (διότι δεν χρειάζονται προκλήσεις στις υπό απελευθέρωση περιοχές), αλλά πάντα έτοιμη να επέμβει.

Αυτή είναι η στρατηγική για τα Εξάρχεια – δεν το διαλαλούν, αποφεύγουν να το συζητούν πολύ, αλλά αυτή είναι. Το ευτύχημα στην περίπτωση είναι όχι μόνον ότι ο Χρυσοχοΐδης είναι ο κατάλληλος άνθρωπος, αλλά και ότι δήμαρχος είναι ο Μπακογιάννης, διότι η στενή συνεργασία είναι απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ