Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ελληνόφωνη Αφρικανή έφηβη κι ένας ναργιλές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αφρικανή έφηβη τσακώνεται στα ελληνικά με την Ελληνίδα φίλη της περιμένοντας στο φανάρι. Σκέφτομαι ότι κάτι έχει αλλάξει πραγματικά στη ζωή της Αθήνας. Δεν με ενδιαφέρει αν το κορίτσι είναι μουσουλμανάκι, καθολικό ή ορθόδοξο. Μετράει ότι μιλάει ελληνικά, άρα έχει περάσει το σύνορο που χώριζε τους γονείς της από τη χώρα όπου την έφεραν για να ζήσει τη ζωή της. Ή τη χώρα στην οποία γεννήθηκε.

Οταν βλέπω στην πλατεία Βικτωρίας τους ταλαίπωρους που κάθονται όλη μέρα στα παγκάκια ή ξαπλώνουν στο λιγοστό χορτάρι που έχει απομείνει, αναρωτιέμαι τι περιμένουν. Ισως το τέλος του μήνα όταν στέκονται ουρά μπροστά στο ΑΤΜ της Εθνικής για να πάρουν το επίδομα. Δεν είναι απλώς άεργοι. Είναι άπραγοι. Οι γέροντες με τις πιτζάμες και τις παντόφλες κοιτούν μπροστά τους το κενό, οι νεότεροι φωνάζουν στα κινητά τους – απ’ αυτήν την άποψη δεν διαφέρουν από τους συμπατριώτες μου. Η περιοχή είναι γεμάτη με μικρομάγαζα που πουλάνε κινητά και τα σχετικά αξεσουάρ. Είδος πρώτης ανάγκης. Τα παιδιά κυνηγάνε κάποια μπάλα ή ανεβοκατεβαίνουν τις κυλιόμενες σκάλες του ηλεκτρικού. Το απόγευμα η πλατεία αδειάζει. Μένουν μόνον οι συνήθεις άστεγοι, κάτι σωροί από ύφασμα όπου ξεχωρίζει μόνον το κεφάλι. Οι πρωινοί στοιβάζονται στα διαμερίσματα που νοικιάζουν για λογαριασμό τους οι ΜΚΟ ή η Υπατη Αρμοστεία. Τις προάλλες, κάνοντας την καθημερινή μου άσκηση στο Πεδίον του Αρεως, ήταν μια παρέα ξαπλωμένη στο χορτάρι γύρω από έναν ναργιλέ. Αν μη τι άλλο θα αποκαταστήσουν τη χαμένη γραφικότητα της μεγαλούπολης.

Για πολλούς η απόσταση που χωρίζει την έφηβη αφρικανικής καταγωγής από όσους περνούν τις ημέρες τους στην πλατεία Βικτωρίας είναι χρονική. Κοινώς ποσοτική. Σε μερικά χρόνια κι αυτοί θα μιλούν ελληνικά, λένε, τα παιδιά τους θα πηγαίνουν σχολείο, θα αφομοιωθούν. Φέρνουν για παράδειγμα τους Αλβανούς. Θυμίζουν ότι είχαν ενεργοποιηθεί τα ξενοφοβικά αντανακλαστικά μιας κοινωνίας για την οποία ο ξένος ήταν ο τουρίστας με τα λίγα ή περισσότερα δολάρια. Οι ιστορικές αναλογίες είναι ως επί το πλείστον ανιστόρητες. Τότε η Ελλάδα μπορούσε να προσφέρει μεροκάματο με αποτέλεσμα να ενταχθούν, να γίνουν νοικοκυραίοι, να αγοράσουν διαμερίσματα. Κουβάλησαν και κακοποιούς, όπως είναι φυσικό για κάθε πληθυσμό. Εξάλλου οι μαφίες τους μια χαρά συνεργάστηκαν με τις δικές μας. Ας θυμίσω επίσης ότι στη δεκαετία του ενενήντα δεν υπήρχε ριζοσπαστικό Ισλάμ στα Βαλκάνια και στον αραβικό κόσμο επικρατούσαν ακόμη τα εκκοσμικευμένα καθεστώτα που κατέρρευσαν με την Αραβική Ανοιξη.

Επανέρχομαι στην αρχική μου απορία. Τι περιμένουν αυτοί οι άνθρωποι; Δεν ισχυρίζομαι ότι ήρθαν εδώ για να σπάσουν πλάκα. Κινδύνευσαν, πολλοί απ’ αυτούς δεν είχαν ξαναδεί θάλασσα. Ηθελαν να γλιτώσουν από έναν τρόπο ζωής και να υιοθετήσουν έναν άλλον. Αν μη τι άλλο η παρουσία τους μας θυμίζει την αξία του δικού μας τρόπου ζωής, του «ευρωπαϊκού» που τόσο αποστρέφεται η προοδευτική νομενκλατούρα. Ξέρουν τι σημαίνει αυτό; Ξέρουν τι θα πει ανεξιθρησκία, ισότητα των φύλων, δημοκρατία; Κι αν δεν ξέρουν, είναι διατεθειμένοι να μάθουν με συνέπεια να εγκαταλείψουν τις απαιτήσεις του δικού τους τρόπου ζωής, τη Σαρία, την περιφρόνηση της γυναίκας, τη θεοκρατική αντίληψη του κόσμου; Οι γονείς της Αφρικανής έφηβης ήρθαν στην Ελλάδα γιατί ήθελαν να ζήσουν εδώ. Ο γέροντας της πλατείας Βικτωρίας τι περιμένει ο ταλαίπωρος; Οι τρόφιμοι της Μόριας τι περιμένουν να γίνει όταν βγουν από την κόλαση; Θα μεταφερθούν σε κλειστές, κοινώς φυλασσόμενες, δομές φιλοξενίας. Και μετά; Τι έχει να πει γι’ αυτό η φιλάνθρωπη Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ;

Και τι προτείνω να γίνει; Αν είχα τη λύση, θα είχα βάλει υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές, χωρίς ελπίδα επιτυχίας, τουλάχιστον όμως θα μπορούσα να τυπώσω κάρτες με την ιδιότητα του «πολιτευτή». Τις προάλλες έγραψα ότι η Ελλάδα πρέπει να κλείσει τα θαλάσσια σύνορά της. Αναγνώστες με ρώτησαν πώς μπορεί να γίνει αυτό. Εννοείται ότι δεν έχω απάντηση. Εκείνο που ξέρω είναι ότι η Ελλάδα, λόγω βλακείας και ιδεολογικών εμμονών –κοινής αγραμματοσύνης εν ολίγοις–, προσφέρθηκε να γίνει η αποθήκη της δυστυχίας του κόσμου μας. Ηρθε η ώρα να πάψει να είναι εύκολος προορισμός.

Ξέρω επίσης ότι η συζήτηση πρέπει να απαλλαγεί από την ηθικοπλαστική ρητορεία και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις. Με το υψηλό επίπεδο που διακρίνει τον δημόσιο διάλογο ερμηνεύσαμε το ιστορικό φαινόμενο με όρους πολιτικού χουλιγκανισμού. Αντί να συζητάμε πόσο βάρος μπορεί να σηκώσει η χώρα, πόσους μπορεί να απορροφήσει ακόμη και με τις πιο αισιόδοξες προοπτικές ανάπτυξης, τι συνέπειες έχει αυτό για την κοινωνία –κυρίως για τα μεσαία στρώματα–, συζητάμε με όρους υπέρ ή κατά. Εδώ δεν ξέρουμε πόσοι είναι οι μετανάστες. Λέμε 100.000 το πολύ. Μα αυτοί ήρθαν μετά το 2015 για να προστεθούν στους ήδη υπάρχοντες. Η Αμυγδαλέζα και οι «ματωμένες φράουλες» της Ηλείας προηγούνται της έκρηξης.

Ας δούμε αυτό που βλέπουν τα μάτια μας και ας αφήσουμε τις υπεκφυγές. Θα μου πείτε, η υπεκφυγή είναι τέχνη και την έχουμε επεξεργαστεί τόσες δεκαετίες τώρα. Γιατί να τη στερήσουμε απ’ τον εαυτό μας;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ