ΒΙΒΛΙΟ

Το «μετέωρο βήμα» της Νέας Βιολογίας

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΦΛΩΡΔΕΛΛΗΣ*

Στον επιστημολογικό αναστοχασμό της, η Βιολογία χρειάζεται τη διεπιστημονική συνέργεια πεδίων ανθρωπολογικής σπουδής για να συγκροτηθεί μια νέα γλώσσα προσέγγισης και διερεύνησης του ανθρώπου ως ενιαίου όντος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Μια αύρα θεμελιώδους μεταλλαγής και υψηλών προσδοκιών διατρέχει τη σύγχρονη βιο-ιατρική. Η βασική παραδοχή της Νέας Βιολογίας (ΝΒ) είναι ότι η λειτουργία των έμβιων συστημάτων (από το κύτταρο μέχρι τον οργανισμό) και η διαταραχή της στη νόσο δεν καθορίζονται, όπως πιστευόταν για δεκαετίες, από επιμέρους στοιχεία (γονίδια, πρωτεΐνες-προϊόντα γονιδίων και μεταβολίτες) ή το άθροισμά τους, αλλά από τα υψηλής πολυπλοκότητας δίκτυα, τα οποία σχηματίζονται από τη διασύνδεση, αλληλεπίδραση και αλληλορύθμιση των επιμέρους στοιχείων, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στο γενετικό υλικό του οργανισμού (γονότυπος) και τα εκάστοτε εμφανή χαρακτηριστικά του (φαινότυπος).

Kυρίαρχος, καταστατικός σκοπός της ΝΒ, μέσω της νέας αυτής προσέγγισης, είναι η τεχνο-επιστημονική υποστήριξη της ιατρικής ακριβείας, δηλαδή της καινοτόμου εξατομικευμένης ιατρικής. Η βιολογία παρέχει νέα κατανόηση των μοριακών στόχων, αλλά και τα εργαλεία για καινοτόμες διαγνωστικές και θεραπευτικές παρεμβάσεις. Το «ιατρικό βλέμμα» παύει να είναι μόνο περιγραφικό και γίνεται διεισδυτικό και ριζικά παρεμβατικό. Θεραπευτικό ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η συμπτωματική ανακούφιση, αλλά η παρέμβαση στους ενδιάμεσους μηχανισμούς και, σε αρκετές περιπτώσεις, στην αιτιολογία της νόσου.

Επιπλέον, όχι μόνο η νόσος, αλλά και η υγεία (η βιολογική αναβάθμισή της, η ανακατασκευή της) γίνεται αντικείμενο της ΝΒ. Ετσι, συγκροτείται και υλοποιείται μια μεταλλαγή στη θεώρηση του σώματος. Για τη ΝΒ, το σώμα δεν είναι κάποιο φυσικό δεδομένο, οριστικό και αμετάλλακτο. Είναι περισσότερο κατασκευή, δηλαδή κάτι τροποποιήσιμο και διαμορφώσιμο από τις επιλογές του ατομικού φορέα του ή δυνατότητα επινόησης από το κοινωνικό σύνολο στο οποίο περιλαμβάνεται.

Ομως, η βασική παραδοχή της ΝΒ επιφέρει και μια θεμελιώδη ανατροπή στην προσέγγιση των έμβιων συστημάτων. Εισάγει δηλαδή την αντίληψη ότι, λόγω των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των στοιχείων τους, τα έμβια όντα δεν λειτουργούν γραμμικά (με τη σιγουριά μιας μηχανής), ούτε είναι απολύτως προβλέψιμα. Το «όλον» του ανθρώπου υπερβαίνει το άθροισμα των μερών από τα οποία συγκροτείται, διαθέτει νέες, αναδυόμενες ιδιότητες και νέες λειτουργίες. Αυτή η οπτική αλλάζει θεμελιακά την εικόνα του αντικειμένου της βιολογικής έρευνας και δυνητικά ολόκληρο το βιο-ιατρικό εγχείρημα. Ωστόσο, η ριζοσπαστική αυτή πλευρά της ΝΒ παραμένει αναξιοποίητη και αιχμαλωτισμένη από την επικρατούσα χρηστική αξιοποίηση της βιολογίας, που προσδιορίζει το εγχείρημα της ΝΒ σαν αποκλειστικά τεχνο-επιστημονικό.

Η επικράτηση της τεχνο-επιστημονικής και εργαλειακής διάστασης στο εγχείρημα της νέας βιολογίας, σταθεροποιείται περαιτέρω και αναπαράγεται από την περιβάλλουσα βιο-ιατρικοποίηση και την εργαλειοποίηση του βιοηθικού λόγου. Η εντεινόμενη βιο-ιατρικοποίηση, δηλαδή η υπαγωγή στην ιατρική αρμοδιότητα πτυχών του ανθρώπου και της ζωής, που δεν είναι κατ’ ανάγκην ιατρικές, μετασκευάζει τις ιδιαιτερότητες συνήθως σε όρους γονιδίων, προσφέροντας μια βιολογική φαρμακολογική αντιμετώπισή τους. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται το βιοτεχνολογικό, εργαλειακό στοιχείο της ΝΒ και προάγεται η οικονομικοποίησή της. Η τελευταία δεν είναι μόνο η επιδίωξη κέρδους, η παραγωγή δηλαδή χρηματικού πλούτου, αλλά ο εποικισμός της ΝΒ από τις αρχές και τα προτάγματα της αγοράς. Ο εποικισμός αυτός περιλαμβάνει και τη συγκρότηση του «ανθρώπινου κεφαλαίου», εισάγοντας έτσι και μια ορισμένη ανθρωπολογία.

Επιπλέον, η σύζευξη της βιολογίας με την κρατούσα Βιοηθική εδραιώνει τη μονοδιάστατη έμφαση στις εφαρμογές της βιολογίας και, άρα, την παράκαμψη των επιστημολογικών ανατροπών που επιφέρει η ΝΒ με τη θεωρία της, πριν και άσχετα από τις όποιες εφαρμογές της. Η έμφαση δίνεται στην πειθάρχηση των νέου είδους ζητημάτων, με ρυθμιστικές παρεμβάσεις μέσω κανόνων, κατευθυντήριων οδηγιών, «καλών πρακτικών» και αρχών πλαισίωσης «εκ των έξω», καθώς και με συνυπολογισμό αξιακών και πολιτικών, αλλά όχι οντολογικών, παραμέτρων. Τελικά, με την ηθικοποίηση των προβλημάτων, η βιοηθική δίνει το «άλλοθι» στη ΝΒ να δραπετεύσει, προς στιγμήν, από τους επιστημολογικούς κραδασμούς που συνεπάγεται η ίδια η θεωρία της, και τους οποίους δείχνει ανέτοιμη και απρόθυμη να πραγματευθεί, για να μη θέσει σε κίνδυνο τον τεχνο-επιστημονικό μονισμό της.

Η μονοδιάστατη τεχνο-επιστημονική διόγκωση της ΝΒ και της ιατρικής ακριβείας εμπνέουν την απεριόριστη εμπιστοσύνη στην παντοδυναμία της ΝΒ και την ειδωλοποίηση των βιοτεχνολογικών επιτευγμάτων τους. Ετσι, προάγεται η επαναφορά ενός γενικευμένου βιολογισμού και αναγωγισμού, δηλαδή απλοποιητικών προσεγγίσεων στα πολύπλοκα βιολογικά φαινόμενα. Η επιστημονική βιολογία εύκολα μετατρέπεται και σε ιδεολογία φυσιοκρατικής ερμηνείας του ανθρώπου.

Το περιβάλλον αυτό όμως δημιουργεί ζήτημα, γιατί δυσχεραίνει και την ίδια τη βιολογία να προβεί σε επιστημολογικές αναθεωρήσεις, που είναι αναγκαίες για να γίνουν εφικτές περαιτέρω, νέου είδους, προληπτικές και θεραπευτικές στοχεύσεις. Πολύ περισσότερο όμως, επειδή παρεμποδίζει την αναγνώριση των συνεπαγωγών της, στη θεωρία της Ιατρικής, την ανθρωπολογία, τη μετα-φροϋδική επιστημολογία και τη φιλοσοφία, μεταξύ άλλων.

Η απήχηση στα πεδία αυτά είναι θεμελιώδης και ανατρεπτική, και σίγουρα υπερβαίνει τις εφεδρείες, αλλά και την αρμοδιότητα της τεχνο-επιστημονικής βιολογίας. Γι’ αυτό και οι συνεπαγωγές αυτές αναδεικνύονται σαν αναθεωρήσεις της αντίληψης για τον άνθρωπο, στα όρια της βιολογίας με συγγενή πεδία, όπως για παράδειγμα η αναπτυξιακή ψυχολογία και η νευροεπιστήμη. Με την εξελικτική νευροεπιστήμη εισάγεται, στη θέση της γραμμικής, η έννοια της κυκλικής αιτιότητας και ένας νέος τρόπος για να απαντηθεί το πρόβλημα της μετάβασης από το ένα επίπεδο οργάνωσης στο επόμενο, που έως τώρα αντιμετωπιζόταν αναγωγιστικά ή δυαλιστικά. Προκύπτει έτσι μια νέα θεώρηση φυσικής πλοκής του βιολογικού υποστρώματος με τον ψυχισμό του ανθρώπου και η εκδοχή του ανθρώπου ως αδιάσπαστου όλου. Παράλληλα, επανέρχεται στα πεδία αυτά, διευρυμένη πλέον, η έννοια του υποκειμένου. Οχι ως ατόμου-φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ούτε ως μιας φευγαλέας «αίσθησης εαυτού», αλλά ως φορέα επιθυμίας και βάση συγκρότησης μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης υπόστασης.                 

Στον επιστημολογικό αναστοχασμό της, λοιπόν, η βιολογία χρειάζεται τη διεπιστημονική συνέργεια πεδίων ανθρωπολογικής σπουδής για να συγκροτηθεί μια νέα γλώσσα προσέγγισης και διερεύνησης του ανθρώπου ως ενιαίου όντος.

* Ο κ. Χριστόδουλος Φλωρδέλλης είναι ομότιμος καθηγητής Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και αντιπρόεδρος της Επιτροπής Αξιολόγησης και Αποζημίωσης Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ ΤΣΟΥΚΑΣ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ