Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Σχολεία, μύθοι και το PISA

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καθώς ασχολούμαστε με τα σοβαρά θέματα της καθημερινότητας μας ο καθένας, υπάρχουν κάποια άλλα πράγματα τα οποία λίγο-πολύ τα θεωρούμε δεδομένα και δεν τα σκεφτόμαστε και πάρα πολύ και, καθώς περνάει ο χρόνος, μετατρέπονται σε κοινή αντίληψη και, ως ένα σημείο, μύθος. Για παράδειγμα, ο μύθος περί καταπληκτικού ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα μας, το οποίο υπάρχει παντού κρυμμένο, ζει ανάμεσά μας, περνά ανεκμετάλλευτο και μας φεύγει και χάνεται. Πριν από λίγες ημέρες η διαΝΕΟσις δημοσίευσε μια ανάλυση των αποτελεσμάτων του PISA, του προγράμματος εκπαιδευτικής αξιολόγησης του ΟΟΣΑ. Κάθε τρία χρόνια περίπου μισό εκατομμύριο μαθητές από 72 χώρες αξιολογούνται σε κοινά θέματα στα μαθηματικά, την κατανόηση κειμένου και τις φυσικές επιστήμες. Τα θέματα είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να αξιολογούν την κριτική ικανότητα των μαθητριών και των μαθητών, το κατά πόσο μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους δημιουργικά για να λύσουν προβλήματα με επιστημονικό τρόπο ή για να αναλύσουν και να επεξεργαστούν πληροφορίες και περίπλοκα νοήματα. Ο σκοπός του προγράμματος δεν είναι να μας δείξει αν γνωρίζουν καλά κάποια συγκεκριμένη εκπαιδευτική ύλη, αλλά αν είναι εφοδιασμένες και εφοδιασμένοι να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου.

Ε, λοιπόν, οι Έλληνες μαθητές διαχρονικά τα πηγαίνουν άσχημα σε αυτή την έρευνα. Ο μέσος βαθμός τους είναι κάτω από “τη βάση” σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα, από το 2000 κιόλας που άρχισε το πρόγραμμα. 5.532 μαθητές από 212 σχολεία συμμετείχαν στην έρευνα του 2015, και ο μέσος όρος της επίδοσης τους στις φυσικές επιστήμες, για παράδειγμα, ήταν 455 μονάδες. Ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ στο ίδιο αντικείμενο ήταν 493 μονάδες. Οι μαθητές της Γαλλίας πήραν 495. Της Πορτογαλίας 501. Της Εσθονίας 534.

Οι δικοί μας δεν είναι και οι χειρότεροι του κόσμου, σε καμία περίπτωση. Μαθητές από την Κύπρο, την Αλβανία, την Τουρκία, το Κόσοβο ή τη Βόρεια Μακεδονία τα πηγαίνουν χειρότερα σε όλα. Εμείς είμαστε στο επίπεδο της Χιλής, της Σλοβακίας και της Βουλγαρίας πάνω-κάτω. Όλες οι άλλες χώρες της Ε.Ε., όμως, όπως και οι περισσότερες “πλούσιες” χώρες της Αμερικής, της Ωκεάνιας και της Ασίας, τα πηγαίνουν καλύτερα.

Ναι αλλά, θα σου πει ο άλλος, οι Έλληνες μαθητές τα πηγαίνουν τόσο καλά σε διεθνείς διαγωνισμούς. Τόσο συχνά ακούμε στις ειδήσεις για τα παιδιά που κέρδισαν το ένα ή το άλλο βραβείο στα μαθηματικά ή σε άλλα αντικείμενα. Έτσι δεν είναι;

Ε, μύθος.

Τα αποτελέσματα του PISA δείχνουν ότι οι Έλληνες μαθητές που είναι “αστέρια”, αυτοί που ξέρουν σε βάθος και μπορούν να χρηστιμοποιήσουν την επιστημονική μέθοδο και βασικές μαθηματικές έννοιες, ή αυτοί που μπορούν να καταλάβουν και να αναλύσουν ένα γραπτό κείμενο, είναι ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου. Το PISA κατατάσσει τους μαθητές σε έξι βαθμίδες ανάλογα με τις επιδόσεις τους, και αυτοί που κατατάσσονται στις βαθμίδες 5 και 6 θεωρούνται “πολύ καλοί”, επαρκώς καταρτισμένοι να αντιμετωπίσουν σχεδόν το οτιδήποτε. Αυτοί, παρεμπιπτόντως, δεν είναι απαραίτητο να είναι καλοί μαθητές στα μαθήματα του σχολείου. Είναι όμως αυτοί που έχουν πραγματική γνώση, ώριμη σκέψη και αναλυτικές ικανότητες. Στην κατανόηση κειμένου, είναι το 4% του συνόλου. Στα μαθηματικά, το 3,9%. Όλα αυτά τα ποσοστά είναι πολύ μικρότερα από τα ποσοστά άλλων, ανεπτυγμένων χωρών. Παντού τα “αστέρια” είναι μειοψηφίες, αλλά στη δική μας περίπτωση είναι πολύ μικρές μειοψηφίες. Στις φυσικές επιστήμες μόνο το 2,1% των Ελλήνων μαθητριών και μαθητών είναι “αστέρια” -στη μικρή Εσθονία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 13,5%. Στην Εσθονία, δε, το 6,1% των μαθητών είναι αστέρια και στα τρία γνωστικά αντικείμενα. Κάποιος μπορεί να κάνει υποθέσεις για το μέλλον αυτών των παιδιών, για τις προοπτικές τους και για τις δυνατότητες τους, καθώς και για τις προοπτικές και τις δυνατότητες της χώρας τους. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτών των μαθητών είναι 0.9%.

Και δεν έχουμε μόνο πολύ, πολύ λιγότερους εξαιρετικού επιπέδου μαθητές -έχουμε και πολύ περισσότερους πολύ χαμηλού επιπέδου. Αυτοί που στις φυσικές επιστήμες τοποθετούνται στη βαθμίδα 1, την κατώτερη, αυτοί δηλαδή που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν επαρκώς ακόμα και σε απλά προβλήματα, στην Πορτογαλία είναι το 17,4% του συνόλου. Στην Εσθονία το 8,8%. Στην Ελλάδα είναι το 32,7%. Στην Ελλάδα ένας στους πέντε μαθητές (20,7%) είναι στην κατώτατη βαθμίδα και στα τρία γνωστικά αντικείμενα. Κάποιος μπορεί να κάνει επίσης υποθέσεις για το μέλλον και αυτών των παιδιών, καθώς και για το μέλλον, τις προοπτικές και τις δυνατότητες της δικής τους (της δικής μας) χώρας. Στην Εσθονία, τα παιδιά που είναι στο κατώτατο επίπεδο και στα τρία αντικείμενα είναι μόλις το 4,7% του συνόλου.

Όλα αυτά τα αποτελέσματα, βεβαίως, συνοδεύονται και από στοιχεία των παράλληλων ερευνών του PISA. Γιατί η έρευνα αυτή δεν εξετάζει μόνο τους μαθητές στα γνωστικά τους αντικείμενα, αλλά ταυτόχρονα περιλαμβάνει ένα ερωτηματολόγιο στο οποίο οι μαθητές απαντούν για τις συνθήκες της ζωής τους μέσα κι έξω από το σχολείο, καθώς και ένα ερωτηματολόγιο στο οποίο οι διευθυντές των σχολείων απαντούν για τις υποδομές και τα χαρακτηριστικά των σχολείων. Αυτά τα ερωτηματολόγια από όλες τις χώρες, μαζί με τα αποτελέσματα των μαθητών οδηγούν σε μερικά συμπεράσματα, πολλά από τα οποία είναι περίπλοκα, άλλα αυτονόητα και κάποια καταρρίπτουν κι άλλους δημοφιλείς μύθους.

Ας πούμε το ότι είναι καλύτερο τα παιδιά να μένουν στο σπίτι με τους γονείς (δηλαδή: τη μαμά τους που έχει εγκαταλείψει τη δουλειά της) ή τις γιαγιάδες, απ’ το να πάνε σε παιδικό σταθμό; Μύθος. Όσο περισσότερα χρόνια προσχολικής αγωγής έχουν οι μαθητές, τόσο καλύτερες επιδόσεις πετυχαίνουν στο PISA στα 15 τους.

Το ότι από τα δωρεάν δημόσια σχολεία μαθητές και μαθήτριες βγαίνουν με τα ίδια εφόδια ανεξάρτητα της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της οικογένειας τους; Μύθος. Τα παιδιά που προέρχονται από μη προνομιούχες οικογένειες έχουν πέντε φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να καταταγούν στην κατώτατη βαθμίδα του PISA από ό,τι τα παιδιά που προέρχονται από προνομιούχες οικογένειες. Κι αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο, δεν το βλέπουμε μόνο στη δική μας χώρα.

Το ότι τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα βοηθούν τα παιδιά να καλύψουν εκπαιδευτικά κενά που τους μένουν από το σχολείο; Μύθος. Το αν ένα παιδί έχει πάει φροντιστήριο μπορεί να παίζει ρόλο στο αν θα μάθει την ύλη για να περάσει στις πανελλήνιες, αλλά δεν έχει καμία επίπτωση στην επίδοση των μαθητών στο PISA, όπου εξετάζεται η βαθιά γνώση και η κριτική ικανότητα. Ίσα ίσα, μαθητές που συμμετέχουν σε πολυμελή φροντιστηριακά τμήματα, τα πηγαίνουν χειρότερα στο PISA από τους μαθητές που δεν πάνε καθόλου φροντιστήριο.

Το ότι τα σχολεία μας έχουν πρόβλημα επειδή δεν επενδύουμε ως κράτος αρκετά χρήματα στην παιδεία; Εν μέρει μύθος. Γιατί τα χρήματα δεν είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει τις επιδόσεις των παιδιών (η μικρή Εσθονία δαπανά πολύ λιγότερα από την πλούσια Ελβετία, και τα πηγαίνει καλύτερα) και άλλωστε η χώρα μας δαπανά περισσότερα από άλλες χώρες που μας ξεπερνούν. Το σημαντικότερο και πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των σχολείων μας δεν είναι οι δαπάνες ή οι ασφαλώς ανεπαρκείς υποδομές, αλλά η έλλειψη αυτονομίας. Τα σχολεία της Ελλάδας είναι τα λιγότερο αυτόνομα από όλων των χωρών που συμμετέχουν στο PISA. Είμαστε 72οι από 72. Σε καμία άλλη χώρα τα σχολεία δεν είναι τόσο εξαρτημένα από τις αποφάσεις του κεντρικού κράτους.  

Το ότι οι μαθητές μας έχουν κακές επιδόσεις επειδή όλο γίνονται απεργίες και χάνουν μάθημα και δεν προλαβαίνουν να καλύψουν την ύλη; Μπορεί, αλλά στην μικρή και διαβόητη Εσθονία έχουν το μικρότερο σχολικό έτος του κόσμου, τις περισσότερες διακοπές και αργίες και, παρεμπιπτόντως, εκεί τα παιδιά αρχίζουν το δημοτικό στα 7.

Και, τελικά, για να κάνει ακόμα πιο περίπλοκα τα πράγματα, αυτή η συναρπαστική, ανεξάντλητη χαρτογράφηση των πολύπλοκων χαρακτηριστικών 72 εκπαιδευτικών συστημάτων και των αποτελεσμάτων τους οδηγεί και σε ερωτήματα που, τελικά, είναι υπαρξιακά και φιλοσοφικά. Τι εκπαίδευση θέλουμε; Διαβάζοντας τις αχανείς εκθέσεις του ΟΟΣΑ και την έρευνα της διαΝΕΟσις δεν βγαίνει εύκολο ή ξεκάθαρο συμπέρασμα. Πρόκειται για ένα ερώτημα κρίσιμο και αμφιλεγόμενο παγκοσμίως. Όλα τα κράτη δοκιμάζουν και δοκιμάζονται. Κάποια δυσκολεύονται να πετύχουν μια ισορροπία που θα εξασφαλίσει ένα σφαιρικά καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους. 

Η Σιγκαπούρη, ας πούμε, που βγαίνει πρώτη στον κόσμο στις επιδόσεις των παιδιών, και έχει ένα πολύ ανταγωνιστικό και μοντέρνο εκπαιδευτικό σύστημα, που εμφανίζει το μικρότερο ποσοστό παιδιών που δεν είχαν πρόσβαση σε προσχολική αγωγή και πολύ υψηλές δαπάνες για την παιδεία, εμφανίζει παράλληλα και έναν από τους υψηλότερους δείκτες άγχους στα παιδιά, και ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά bullying στα σχολεία. 

Άλλες χώρες, κυρίως οι πλούσιες ευρωπαϊκές, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, μοιάζουν να πετυχαίνουν μια καλύτερη ισορροπία.

Εμείς δυστυχώς, συμμετέχοντας εδώ και είκοσι χρόνια σε αυτό το πρόγραμμα, αποδεικνύουμε ξανά και ξανά πως υστερούμε πολύ. Και καθώς ο κόσμος προχωράει, μένουμε πίσω, εμείς κι οι μύθοι μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ