Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Νέα κατάσταση στα ελληνοτουρκικά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Για μια φορά συμβαίνει στη χώρα το αντίθετο του συνήθους: η κατάσταση είναι σοβαρή, αλλά δεν είναι κρίσιμη. Αναφέρομαι στα ελληνοτουρκικά και σπεύδω να εξηγήσω πώς το εννοώ. Είναι σοβαρή, κατ’ αρχάς, διότι οι Τούρκοι δεν παίζουν. Η πρωτοβουλία τους να προχωρήσουν στη συμφωνία με τη Λιβύη δεν είναι απλώς προληπτική κίνηση έναντι της «τριμερούς». (Η Κύπρος μπροστά, η Ελλάδα να ακολουθεί πειθήνια όπως πάντα, τέλος, η Αίγυπτος, με μόνο το ένα δάχτυλο του ενός ποδιού μέσα, να αναρωτιέται αν πρέπει να μπλέξει σε αυτή την επιπολαιότητα...). Η κίνηση αυτή είναι έκφραση της μεταμόρφωσης, που υφίσταται τα τελευταία χρόνια η Τουρκία, σε αναθεωρητική δύναμη της περιοχής. Εντούτοις, η κατάσταση δεν είναι κρίσιμη, επί του παρόντος τουλάχιστον, επειδή το παράθυρο των συνομιλιών υπάρχει και μένει ανοικτό.

Η συνάντηση στο Λονδίνο ήταν χρήσιμη, διότι βοήθησε την ελληνική πλευρά, κυβέρνηση και διπλωματική υπηρεσία, να καταλάβει τις προθέσεις των γειτόνων. Τώρα πια διάσταση ως προς την ερμηνεία της τουρκικής προκλητικότητας δεν υπάρχει. Είναι πια πλήρως αντιληπτό ότι απέναντί μας έχουμε μία διαφορετική Τουρκία, με αξιώσεις περιφερειακής δύναμης και τάσεις προδήλως αναθεωρητικές. Χρησιμοποιεί τη δύναμή της με αποφασιστικότητα, χωρίς να δεσμεύεται από τις διεθνείς συνθήκες – ούτε καν από τον χάρτη της Γεωγραφίας...

Υπό αυτήν την έννοια είναι η κατάσταση περισσότερο σοβαρή από όσο τις άλλες φορές. Ωστόσο, η δυνατότητα της συνεννόησης υπάρχει –διαπιστώθηκε στο Λονδίνο– και, γι’ αυτό, μπορείς να πεις ότι δεν είναι κρίσιμη, δεν πάμε δηλαδή για θερμό επεισόδιο. Η καινούργια δυσκολία, όμως, είναι ότι τη δυνατότητα αυτή εμείς πρέπει να την αξιοποιήσουμε με μια νέα Τουρκία, τη νεοοθωμανική. Πάει εκείνη που είχαμε συνηθίσει, η κεμαλική – ξεχάστε τη. Το υπ. Εξωτερικών της Τουρκίας σήμερα δεν έχει πια την επιρροή του παρελθόντος, είναι στο περιθώριο· και ο Τσαβούσογλου είναι απλός κομπάρσος. 

Τα προβλήματα που παρουσιάζει η κατάσταση αυτή για τη χώρα είναι τρία. Το πρώτο είναι η ατζέντα, τα προς συζήτηση και διευθέτηση θέματα στις συζητήσεις. Αν αυτά αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες και καταλήξουν σε παραπομπή των διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο, «θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες προς την Τουρκία», όπως το έθεσε πρόσωπο με επιρροή στη διαμόρφωση της πολιτικής μας. Η Αθήνα, δηλαδή, κάθε άλλο παρά φοβάται τη δικαστική διευθέτηση στη Χάγη, διότι η λύση που θα δώσει το δικαστήριο θα είναι μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών. Αν, όμως, η Τουρκία επιδιώξει να περιλάβει στην ατζέντα το θέμα της Λωζάννης (όχι ευθέως, αλλά μέσω συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν τη Λωζάννη), εκεί έχουμε πρόβλημα. Ούτε αμέσως ούτε εμμέσως είναι διατεθειμένη η Αθήνα να δεχθεί αμφισβήτηση της Λωζάννης.

Το δεύτερο πρόβλημα βρίσκεται στη δική μας πλευρά και πρόκειται για την Κύπρο. Για λόγους που δεν χρειάζεται να θίξουμε τώρα, η Αθήνα σύρεται πίσω από τις επιπόλαιες κινήσεις της Κύπρου, τις οποίες υπαγορεύουν, αλίμονο, τα προσωπικά παιχνίδια των πολιτικών της. Η τριμερής, κατ’ αρχάς, είναι μια επικίνδυνη επιπολαιότητα και αυτό φαίνεται πια καθαρά. Γιατί η Αθήνα μετείχε; Από υποχρέωση και αμηχανία. Να όμως τώρα, που η Τουρκία γυρίζει ανάποδα την επιπόλαια «εξυπνάδα» της τριμερούς, κάνοντας ουσιαστικά τη δική της διμερή με τη Λιβύη. Πού είναι τώρα η «θωράκιση» των εθνικών δικαίων, όπως εκαυχώντο οι Κύπριοι πολιτικοί, έπειτα από κάθε μηνιαία σύνοδο της τριμερούς;

Οι πρωτοβουλίες που παίρνει η Κύπρος, συχνά χωρίς καν να ενημερώνει προηγουμένως την Αθήνα (όπως πρόσφατα με την προσφυγή στη Χάγη για την ΑΟΖ), είναι μια εκστρατεία δημοσίων σχέσεων που απευθύνεται στο εσωτερικό κοινό και ενορχηστρώνεται από δύο πολιτικούς που συμπλέουν λόγω κοινών συμφερόντων, αλλά συγχρόνως υποβλέπουν ο ένας τον άλλον. Ο μεν πρόεδρος Ν. Αναστασιάδης έχει ανάγκη την ασπίδα προστασίας του εθνικού θέματος από τα οικονομικά σκάνδαλα με τα οποία συνδέεται η κυβέρνησή του, ο δε υπ. Εξωτερικών Ν. Χριστοδουλίδης είναι ο υποψήφιος διάδοχός του. Για πρώτη φορά, η δυσφορία που προκαλούν οι πρόχειρες και επικίνδυνες πρωτοβουλίες της Λευκωσίας γίνεται θέμα συζήτησης στην Αθήνα, ακόμη και σε κυβερνητικούς κύκλους.

Το τρίτο πρόβλημα είναι εντελώς δικό μας. Επί 40 χρόνια η κοινή γνώμη στην Ελλάδα τρέφεται με τις ίδιες απαράλλακτες ρητορείες που δημιούργησε το σοκ της ήττας στην Κύπρο το 1974. Οι Τούρκοι έχουν πάντα άδικο, εμείς έχουμε πάντα δίκιο: αυτή η οπτική υφέρπει ακόμη και στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε (ασυνείδητα όπως πάντα) οι δημοσιογράφοι, όταν πρόκειται να μιλήσουμε για τα «εθνικά θέματα». Η κοινή γνώμη, εν ολίγοις, δεν είναι καθόλου προετοιμασμένη να δεχθεί ότι, βάσει του ίδιου διεθνούς δικαίου που εμείς επικαλούμαστε, έχει και η Τουρκία κάποια δικαιώματα στις θαλάσσιες ζώνες. Αυτό περιορίζει πολύ τα περιθώρια κινήσεων της κυβέρνησης ή, στην αντίθετη περίπτωση, επιβάλλει ρίσκα.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι, ειλικρινά, θα προτιμούσα η κατάσταση να ήταν κρίσιμη και όχι σοβαρή...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ