ΚΟΣΜΟΣ

Ιστορική ευρωπαϊκή συμφωνία για το κλίμα

ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ - ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Ιστορικής σημασίας ήταν η απόφαση που ελήφθη κατά τη χθεσινή Σύνοδο Κορυφής, ώστε να γίνει η Ευρώπη η πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος μέχρι το 2050. Μια απόφαση η οποία, καθώς θα απαιτήσει τη ριζική αναθεώρηση της οικονομίας της ηπείρου, χώρισε και τα κράτη-μέλη όσον αφορά το κόστος για τη μετάβασή τους σε φιλικές προς το περιβάλλον ενέργειες.

Είκοσι έξι από τα 27 μέλη έδωσαν το πράσινο φως για μηδενικές εκπομπές άνθρακα μέχρι τα μέσα του αιώνα, ενώ μόνο η Πολωνία δέχθηκε μεν τον στόχο, αλλά χωρίς να δεσμεύεται ότι θα τον πετύχει. «Δεν υπάρχει διαχωρισμός στην Ευρώπη», δήλωσε μετά τη λήξη της συνόδου η Αγκελα Μέρκελ, «αλλά μόνο ένα μέλος που χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να σκεφτεί πώς θα το εφαρμόσει», εξήγησε. Παρότι η απόφαση αυτή είναι ένας ευρωπαϊκός συμβιβασμός, δεν παύει να αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό βήμα, καθώς η Πολωνία τελικά δεν μπλόκαρε τα συμπεράσματα του Συμβουλίου. Η συγκεκριμένη χώρα παρουσιάζει μεγάλη εξάρτηση από τον άνθρακα στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και το κόστος της αποδέσμευσής της είναι πολύ μεγάλο. Η Βαρσοβία ζητούσε από τους Ευρωπαίους είτε να της δοθούν 500 δισ. ευρώ μέχρι το 2050, είτε να παραταθεί η δική της προσαρμογή μέχρι το 2070. Τελικά, συμφωνήθηκε να συνεχιστούν οι συζητήσεις τους επόμενους μήνες, προκειμένου να αναζητηθεί κοινός τόπος.

«Πήραμε αυτή την απόφαση σεβόμενοι τις ανησυχίες διαφορετικών κρατών-μελών. Γνωρίζουμε ότι είναι σημαντικό να λαμβάνουμε υπόψη τις διαφορετικές εθνικές καταστάσεις και τις αφετηρίες εκκίνησης», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σ. Μισέλ μετά τη λήξη του. Τα άλλα δύο κράτη-μέλη που προέβαλαν αντιστάσεις, η Τσεχία και η Ουγγαρία, τελικά συναίνεσαν στη συνολική απόφαση. Οι χώρες που θα πρέπει να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες για την προσαρμογή θα λάβουν επιπρόσθετες χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ενωση, πέραν, δηλαδή, εκείνων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου της περιόδου 2021-2027. Η Επιτροπή εκτιμά ότι για την επίτευξη του στόχου της ευρωπαϊκής πράσινης συμφωνίας θα απαιτηθούν έως το 2030 ετήσιες επενδύσεις ύψους 260 δισ. ευρώ, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ του 2018. Για τις επενδύσεις αυτές θα χρειαστεί κινητοποίηση τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα. Μεταξύ των περιφερειών που θα στηριχθούν, είναι η Δ. Μακεδονία και η Μεγαλόπολη, οι οποίες θα εγκαταλείψουν την παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη.

Σε ερώτηση προς τον Ελληνα πρωθυπουργό, για το πόσο θα στοιχίσει η ενεργειακή μετάβαση στις δύο ελληνικές περιοχές, ο κ. Μητσοτάκης τόνισε ότι το κόστος μπορεί να υπολογιστεί με πολλούς  τρόπους, καθώς οι λιγνιτικές εγκαταστάσεις δεν είναι ούτε τώρα οικονομικά βιώσιμες, εξαιτίας του κόστους του διοξειδίου του άνθρακα, αλλά και των παλαιών εγκαταστάσεων όπου φιλοξενούνται οι περισσότερες, ενώ συμπλήρωσε ότι, με τον φιλόδοξο στόχο που έχει θέσει για απολιγνιτοποίηση το 2028, η Ελλάδα θα γίνει πρωτοπόρος και θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει πρώτη πόρους από τον μηχανισμό δίκαιης μετάβασης. «Είναι προσωπικό μου στοίχημα να πετύχει η μετάβαση στη Δ. Μακεδονία», είπε ο κ. Μητσοτάκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ