ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος μεγάλωσε στη Μαλεσίνα Φθιώτιδας –ο δεύτερος από τρία αδέλφια– και οι γονείς του δεν ήταν λογοτέχνες. «Oχι, δεν έχουν καμία σχέση με τη συγγραφή», λέει. «Αλλά ο πατέρας μου διάβαζε πολύ, κυρίως Ιστορία. Και πίστευε ότι ένας γονιός οφείλει να ανακαλύψει τα ταλέντα των παιδιών του και να βοηθήσει να τα καλλιεργήσουν».

Μια μέρα που η μητέρα του είχε άλλες δουλειές και δεν μπορούσε να ελέγξει την εργασία του για το σχολείο, ο πατέρας του διάβασε την έκθεσή του. «Είσαι σίγουρος μικρέ ότι την έγραψες μόνος σου;», τον ρώτησε. Και ύστερα, αφού ρώτησε τους υπόλοιπους στην οικογένεια, και βεβαιώθηκε ότι ο μικρός δεν αντέγραφε από πουθενά, αποφάσισε ότι έπρεπε να τον στρέψει στη συγγραφή. «Ημουν περίπου έντεκα χρόνων», θυμάται, «και παρά τις προσπάθειές του να με βάλει να γράψω, εγώ δεν “ψηνόμουν”. Γι’ αυτό με “λάδωσε”. Μου υποσχέθηκε τα γυαλιά ηλίου που ήθελα να αγοράσω με αντάλλαγμα το πρώτο μου διήγημα. Και για το δεύτερο μου έταξε ένα χιλιάρικο για κάθε σελίδα. Εγώ νόμιζα ότι του είχα πάρει πέντε, εκείνος πρόσφατα μου είπε ότι του πήρα δεκαέξι χιλιάδες δραχμές».

Μετά το πράγμα πήγε μόνο του: ο μικρός Δημοσθένης, αν και έγραφε πολύ αργά και βεβαίως στο χέρι, άρχισε να αγαπάει τη διαδικασία της συγγραφής. Εφτιαχνε ιστορίες και τις έδινε για να τις διαβάσουν οι γονείς του και οι φίλοι τους. Και μετά αυτό δεν ήταν αρκετό, επειδή ήθελε να μάθει αν τα γραπτά του είχαν μια σημασία και για τους ξένους. Ετσι τα πήρε ο πατέρας του, που ήρθε στην Αθήνα και τα πρότεινε σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Ο Παπαμάρκος ήταν δεκαπέντε ετών όταν εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Η αδελφότητα του πυριτίου» (Αρμός, 1998) και δεκαοκτώ όταν εκδόθηκε το δεύτερο, «Ο τέταρτος ιππότης» (Κέδρος, 2001)· και τα δύο φαντασίας.

«Αίμα» στα αρβανίτικα

Φέτος μπαίνει πλέον στα 37 του. Εχει φύγει από το χωριό εδώ και χρόνια: σπούδασε Ιστορία στο Καποδιστριακό πανεπιστήμιο και είναι υποψήφιος διδάκτωρ Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Τα τελευταία διηγήματα που παρουσίασε ο πατέρας του σε εκδοτικούς οίκους συμπεριλήφθηκαν στη συλλογή «ΜεταΠοίηση» (Κέδρος, 2012), επειδή ο ίδιος βρισκόταν τότε στο εξωτερικό. Επέστρεψε στην Αθήνα, έμεινε στου Ζωγράφου και έψαξε για δουλειά. Στο μεταξύ δημοσίευε σε λογοτεχνικά περιοδικά. Η συλλογή διηγημάτων «Γκιακ» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες το 2014. Ο τίτλος σημαίνει «αίμα» στα αρβανίτικα, και περιλαμβάνει εννέα διηγήματα γραμμένα στη ντοπιολαλιά της Λοκρίδας με ήρωες στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία. Η πρώτη έκδοση τυπώθηκε σε 1.000 αντίτυπα, και ο εκδότης σκέφτηκε ότι ίσως έπρεπε να είχε τυπώσει 5.000. Ο συγγραφέας το θεωρούσε αντιεμπορικό, χάρηκε με την αισιόδοξη πρόβλεψη του εκδότη και τον ευχαρίστησε για την εμπιστοσύνη. Εντέλει μέχρι σήμερα το «Γκιακ» έχει πουλήσει 38.000 αντίτυπα, ένα εκδοτικό γεγονός που συνοδεύτηκε από λογοτεχνικά βραβεία. Το βιβλίο μεταφράστηκε πρόσφατα στα ρωσικά, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις O.G.I. στη σειρά «Ελληνική Βιβλιοθήκη».

Πίνουμε καφέ «αμερικάνο» σε ένα καφενείο του Παγκρατίου, στην τωρινή γειτονιά του. Για εκείνον είναι ο ένατος της ημέρας. Ηρθε στο ραντεβού φεύγοντας από το γραφείο όπου δουλεύει για ένα τηλεοπτικό σχέδιο της Faliro Production –μια ιστορία τρόμου– μαζί με τον Γιώργο Γεωργόπουλο, σκηνοθέτη, μοντέρ και σεναριογράφο. Στο τέλος του επόμενου μήνα βγαίνει στις αίθουσες η ταινία «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς», στην οποία συνυπογράφει το σενάριο μαζί με τον σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη και τον Χάρη Λαγκούση. Την επόμενη εβδομάδα κάνει πρεμιέρα στο «Θέατρο στη Στέγη» η παράσταση «Εξημέρωση» σε σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη και δικό του κείμενο. Aμέσως μετά θα αρχίσει τη συγγραφή ενός νέου θεατρικού έργου στο πλαίσιο του «Onassis Artistic Research Fellowship» που έχει λάβει. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris η επετειακή έκδοση του γκράφικ νόβελ «Ερωτόκριτος» (σενάριο Δ. Παπαμάρκος - Γ. Ράγκος, 2016) γιορτάζοντας τη δέκατη χιλιάδα, και ήδη εξαντλείται.

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος αποτελεί μια αξιοσημείωτη περίπτωση επιτυχίας, με ανοδική πορεία σε μια δεκαετία κατά την οποία η χώρα πέρασε βαθιά οικονομική κρίση. «Γιατί μου συνέβη αυτό, με ρωτάτε. Δεν ξέρω», λέει. «Κατ’ αρχάς ήμουν τυχερός. Η λογοτεχνία, και η επιτυχία του “Γκιακ” μού άνοιξε πόρτες. Στην πορεία συνάντησα ανοιχτόμυαλους ανθρώπους, γενναιόδωρους, που μου έδωσαν την ευκαιρία να δοκιμάσω κι άλλους τρόπους γραφής. Για όσα κάνω, κοινό στοιχείο είναι η αφήγηση ιστοριών και εφόδιο η αγάπη μου για το κάθε είδος χωριστά».

Με την «Εξημέρωση» πλησιάζω στις εμμονές μου

Γράφει λογοτεχνία, σενάρια για το σινεμά και τα κόμικς, θεατρικά έργα. Βιοπορίζεται από τη συγγραφή, κάτι που για τα ελληνικά δεδομένα είναι τουλάχιστον δύσκολο. Σκέφτομαι εάν αυτός είναι ένας νέος τύπος πολυσχιδούς λογοτέχνη. «Πώς θα ονομάζατε ο ίδιος τον εαυτό σας: πεζογράφο, σεναριογράφο, θεατρικό συγγραφέα;», τον ρωτώ.


Ξένια Καλογεροπούλου και Κωνσταντίνα Τάκαλου σε σκηνή από το θεατρικό έργο του Παπαμάρκου «Εξημέρωση».

«Πολύ δύσκολο να απαντήσω», λέει. «Δεν ξέρω. Πάντα έλεγα ότι για να ονομαστείς συγγραφέας πρέπει να είσαι ηλικιωμένος με πολλά βιβλία στο ενεργητικό σου. Ή αν είσαι νεότερος, να έχεις γράψει τουλάχιστον πέντε σημαντικά. Εγώ δεν είμαι τίποτα από τα δύο. Ας πούμε ότι είμαι ένας που γράφει. Κατά καιρούς για το θέατρο, κατά καιρούς για τον κινηματογράφο, κατά καιρούς λογοτεχνία. Προς το τέλος της ζωής μου θα γίνει ο απολογισμός, και ανάλογα με το τι έγραψα περισσότερο, τότε θα ονομάσω τον εαυτό μου».

– Τι από αυτά που γράφετε είναι πιο πολύτιμο για εσάς;
– Θα πω ψέματα αν δεν απαντήσω η λογοτεχνία. Από εκεί ξεκίνησα, και κάπου εκεί τοποθετώ και το κέντρο μου. Το επόμενο που θέλω να κάνω –και να ξανακάνω– είναι σενάρια για τον κινηματογράφο. Αρα το σινεμά είναι μια ισοδύναμη αγάπη, και θα αντικαθιστούσα ένα επόμενο καλό βιβλίο μόνον με μια επόμενη καλή ταινία.

– Υπάρχουν στο μυαλό σας πολλές ιστορίες;
– Η αλήθεια είναι πως όχι, δεν έχω πολλές. Απλώς ανά περιόδους έχω κάποια ιδέα που με πιέζει έντονα για να βγει. Είμαι όμως αργός στο γράψιμο. Μάλλον αργός και γρήγορος μαζί. Δηλαδή μου παίρνει καιρό να καταλήξω σε κάτι και να το επεξεργαστώ. Μετά κάνω ένα σπριντ. Το «Γκιακ» για παράδειγμα δεν είχε προσχέδια, ήταν η πρώτη γραφή. Το ίδιο και η «ΜεταΠοίηση». Υπήρχε η ανάγκη να διατηρήσω τον ρυθμό της γλώσσας, το έγραφα σαν να άκουγα να μου διηγούνται την ιστορία. Το «έπαιζα» στο κεφάλι μου μέχρι να το βρω, και μετά το κατέγραφα καθισμένος στο γραφείο 12-14 ώρες συνέχεια. Ετσι έβγαινε η ιστορία. Στο «Νόκερ», το τελευταίο διήγημα της συλλογής θυμάμαι ότι είχα γράψει περίπου χίλιες λέξεις, όταν κάποιος με διέκοψε. Το παράτησα και την επόμενη ημέρα το έπιασα όλο από την αρχή. Βγήκε εντελώς διαφορετικό. Μετά το «Γκιακ» δεν συμβαίνει αυτό. Δουλεύω συνήθως και ξαναδουλεύω την ίδια ιστορία. Η «Εξημέρωση» κάπως έτσι δημιουργήθηκε, με μετακινήσεις μπροστά και πίσω.

– Πείτε μας μας λίγα πράγματα για την «Εξημέρωση».
– Είναι ένα πολύ προσωπικό κείμενο χάρη στην ελευθερία της συνεργασίας μου με τη Γεωργία Μαυραγάνη. Η θεατρική γραφή ήταν μακριά από τα γνωστά μου, κάτι που από τη μια μεριά με ευχαρίστησε και από την άλλη με δυσκόλεψε αδιανόητα. Θεματικά πλησιάζει σε πράγματα πολύ προσωπικά στα οποία επιστρέφω εμμονικά: την αρχαία σκανδιναβική μυθολογία και ποίηση, τον Ηρόδοτο, τον αποκρυφισμό και τον σαμανισμό, από την ανθρωπολογική τους σκοπιά. Χάρη σε αυτό το υλικό μπορείς να πας μακρύτερα από μια ρεαλιστική αφήγηση, να φτιάξεις ένα παραμύθι τρόπον τινά. Μια παραβολή στην οποία θα λειτουργήσουν οι μύθοι και ο συμβολισμός.

– Είναι ευχαριστημένος ο πατέρας σας με όλα αυτά;
– Μου λέει ότι χαίρεται. Αλλά και για μένα η χαρά είναι μεγαλύτερη, επειδή με έναν τρόπο δικαιώνονται η προσπάθειά του και η στήριξη. Δεν θέλω καν να σκεφτώ πόσο έχει λοιδορηθεί ένας άνθρωπος που παρουσιάζεται σε εκδοτικούς οίκους λέγοντας: «Το παιδί μου γράφει, θέλετε να εκδώσετε το βιβλίο του;».

– Ρισκάρετε πάντως με τις συγγραφικές επιλογές σας.
– Ρισκάρεις όταν έχεις να χάσεις κάτι. Εγώ δεν έχω να χάσω τίποτε, απλώς προχωράω. Βεβαίως, θα ήθελα αυτά που κάνω να έχουν επιτυχία, αλλά εντέλει δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ