Νωρίς το πρωί, σε ένα πολύ ζωντανό διαμέρισμα κάπου στα νότια προάστια της Αθήνας: τον τόνο δίνουν φυσικά τα παιδιά, που ανεξάρτητα από την καταγωγή τους είναι πάντα παιδιά. Η επτάχρονη Έρικα, ο πεντάχρονος Χανς και η Χάριετ, μόλις τριών ετών (και η πιο παιχνιδιάρα από όλα), τρέχουν, κάνουν γκριμάτσες, δεν κάθονται αμέσως στο τραπέζι όταν η μαμά και ο μπαμπάς δώσουν το πρόσταγμα για το πρωινό. Όλα κυλούν φυσιολογικά, όπως θα κυλούσαν σε κάθε πολυμελή οικογένεια στην αρχή της ημέρας. Ωστόσο, ένα πιο παρατηρητικό βλέμμα θα μπορούσε να συλλάβει μια δυο «παραφωνίες», τουλάχιστον για τα μεσογειακά δεδομένα. Παραδόξως, λοιπόν, σε αυτό το τυπικό οικογενειακό κάδρο δεν είναι ο πατέρας που βιάζεται, όρθιος με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι, έτοιμος να φιλήσει πεταχτά τα τρία του βλαστάρια πριν εξαφανιστεί για το γραφείο. Αντίθετα, τον παρακολουθούμε να μην έχει ντυθεί ακόμη· είναι ολόκληρος βουτηγμένος στην ιεροτελεστία του πρωινού, απόλυτα συντονισμένος με την ενέργεια των παιδιών του, απόλυτα παρών. Και ύστερα είναι και η μαμά. Επίσης παρούσα, αλλά ήδη ντυμένη, και, ναι, εδώ ανιχνεύουμε κάποια σημάδια αδημονίας. Κλεφτές ματιές στο κινητό, έλεγχος της ώρας, απάντηση σε ένα επείγον email. Μα τι ακριβώς γίνεται;

Καλώς ήρθατε στην οικογένεια του Τόρμοντ Κάπελεν Έντρεσεν και της Ελίζαμπεθ Λότε. Νορβηγοί διπλωμάτες και οι δύο, ζουν σήμερα κάτω από τον αττικό ήλιο μαζί με τα τρία τους παιδιά. Αυτό συμβαίνει από το 2017, όταν η Ελίζαμπεθ Λότε μετατέθηκε στην Αθήνα ως Α΄ γραμματέας της νορβηγικής πρεσβείας. Συμπτωματικά, το 2017 ήταν η τελευταία χρονιά της θητείας του συζύγου της ως πρέσβη της σκανδιναβικής χώρας στη Σιγκαπούρη και μια παλιότερη υπόσχεση θα έπρεπε να τηρηθεί. 

Αντιστροφή ρόλων

Το 2013, η Ελίζαμπεθ ακολούθησε τον Τόρμοντ στην Ασία με το πρώτο τους παιδί, υπό την προϋπόθεση ότι θα έκανε κι αυτός το ίδιο στο δικό της επόμενο διπλωματικό πόστο. Αυτό ήταν η Αθήνα, αλλά τα δεδομένα στην οικογένεια ήταν πια διαφορετικά: δύο νέα μέλη είχαν προστεθεί, ενώ το παραδοσιακά γενναιόδωρο κοινωνικό κράτος της χώρας τους επέτρεπε στο ζευγάρι νέες τολμηρές σκέψεις. Όπως για παράδειγμα την αντιστροφή των γονεϊκών ρόλων με τον τρόπο, τουλάχιστον, που τους αντιλαμβανόμαστε στην Ελλάδα: η μαμά θα εργαζόταν κανονικά και ο μπαμπάς θα καθόταν σπίτι για να μεγαλώσει τα παιδιά, αξιοποιώντας την άδεια πατρότητας που έχει θεσπίσει η Νορβηγία από το 1993 (!). Αρχικά ήταν διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων και έκτοτε έχει επεκταθεί σταδιακά στις 15. Συνολικά και οι δύο γονείς έχουν δικαίωμα σε 49 εβδομάδες πλήρους αμειβόμενης γονικής άδειας. Όπως ακούγεται λογικό, σήμερα οι Νορβηγοί μπαμπάδες κάνουν χρήση του προνομίου σε πολύ μεγάλα ποσοστά (71%)· αν ο πατέρας δεν πάρει την άδειά του αυτή χάνεται, δεν μπορεί να τη μεταβιβάσει στη μητέρα.  

Ο Τόρμοντ Έντρεσεν έκανε για πρώτη φορά χρήση της άδειας με την ιδιότητα του πρέσβη της Νορβηγίας στη Σιγκαπούρη. «Όταν υπέβαλα το αίτημα, είχα τις αμφιβολίες μου, γιατί ήμουν ο επικεφαλής της διπλωματικής μας αποστολής και ζητούσα από το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού της πρεσβείας να λείψω για 10 εβδομάδες. Η απάντηση ήταν “φυσικά, από τη στιγμή που έχετε το δικαίωμα, μην ανησυχείτε, θα τα καταφέρουμε και χωρίς εσάς”. Ύστερα, λοιπόν, από αρκετά χρόνια εφαρμογής της άδειας πατρότητας, είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πόσο πιο αποδεκτό είναι πλέον να απουσιάζει ένας άντρας, ένας σύζυγος από τον χώρο εργασίας. Ένα άλλο αποτέλεσμα της άδειας πατρότητας είναι ότι μειώνει τον κίνδυνο αθέμιτων προκαταλήψεων που έχουν οι εργοδότες όσον αφορά την πρόσληψη νέων γυναικών λόγω της πιθανότητας να γεννήσουν και να χρειαστεί να μείνουν σπίτι για ένα διάστημα». 

 

 

Άδεια πατρότητας υπέρ γυναικών

Σε ένα πιο μακροοικονομικό επίπεδο, ρυθμίσεις όπως η άδεια πατρότητας υποστηρίζουν την πολύ υψηλή συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό της Νορβηγίας (67,3%). «Η Νορβηγία, μια χώρα πέντε εκατομμυρίων, απλώς δεν έχει την πολυτέλεια να χάνει το μισό του ταλέντου της. Το γεγονός ότι η πλειονότητα των γυναικών εργάζεται είναι το κλειδί για να καταστήσουμε την οικονομία μας πιο παραγωγική», επισημαίνει ο κ. Τόρμοντ Έντρεσεν. Και σπεύδει να υπενθυμίσει ότι στη Νορβηγία, με το τέλος της γονικής άδειας, σε 9 ή 12 μήνες, όλα τα παιδιά έχουν εξασφαλισμένη θέση στα νηπιαγωγεία της χώρας, με επιδοτούμενο κόστος. «Σε όλους τους χώρους εργασίας οι εργοδότες γνωρίζουν ότι η ώρα κλεισίματος για το νηπιαγωγείο είναι η ίδια στους περισσότερους τομείς, έτσι οι εργοδότες προσφέρουν μια ορισμένη ευελιξία ώστε οι γονείς να μπορούν να πάρουν τα παιδιά τους εγκαίρως. Επίσης η εργασία από το σπίτι είναι αρκετά διαδεδομένη». 

Για τον ίδιο η απόφαση δεν ήταν αυτονόητη, επειδή ακριβώς το δίλημμα παρουσιάστηκε σε μια πολύ δυναμική στιγμή της διπλωματικής του καριέρας. Τελικά όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ πιο εύκολα. «Στην περίπτωσή μου νομίζω τελικά ότι βοήθησε το γεγονός ότι ήμουν αρκετά μεγάλος στην ηλικία και ήδη σε ένα καλό σημείο της επαγγελματικής μου ζωής. Αγαπούσα τη δουλειά μου και ακόμα την αγαπάω, αλλά δεν ήθελα να χάσω τη δυνατότητα να συνδυάσω τη δουλειά με την ευκαιρία να έρθω πιο κοντά με τα παιδιά μου. Στη Σιγκαπούρη υπήρχαν συνάδελφοι που ήθελαν χρόνο για να συμφιλιωθούν με την ιδέα, αλλά ξέρετε στο τέλος της επαγγελματικής μας ζωής ελάχιστοι άνθρωποι μετανιώνουν επειδή δεν δούλεψαν περισσότερο...»

«Μοναδική εμπειρία, αλλά μου λείπει η δουλειά μου»

Αλήθεια, πόσο άλλαξε η δική του αντίληψη για τον ρόλο του ως πατέρα από τη στιγμή που έμεινε σπίτι; «Είναι φανταστικό να βλέπεις από τόσο κοντά τα παιδιά σου να μεγαλώνουν. Οι μητέρες πάντα το ήξεραν αυτό και έως έναν βαθμό και οι μπαμπάδες, αλλά τώρα που έχω περισσότερη εμπειρία και εμπιστοσύνη το απολαμβάνω ακόμα πιο πολύ. Για μένα προσωπικά υπήρξε μια ενδιαφέρουσα άσκηση για να αφήσω την επαγγελματική ταυτότητά μου για λίγο. Θυμάμαι φεύγοντας από τη Σιγκαπούρη να λέω σε φίλους και συναδέλφους “θα σταματήσω να είμαι πρέσβης και θα ψάξω λίγο τον εαυτό μου”. Σε κάποιο βαθμό, αυτό έκανα».

Άφησα για το τέλος μια φαινομενικά «εύκολη» ερώτηση: του λείπει καθόλου το γραφείο; Η απάντηση δεν ήταν η αναμενόμενη (εκτός αν είσαι μητέρα): «Ναι, και βέβαια μου λείπει, δεν είναι μυστικό. Από μία άποψη ανυπομονώ να επιστρέψω. Αλλά σκεφτείτε κι αυτό: οι περισσότεροι από εμάς εργαζόμαστε για 40 ή 50 χρόνια. Βρισκόμαστε απορροφημένοι από αυτό που κάνουμε, ο χρόνος πετάει και η ιδέα να βγούμε από όλα αυτά φαίνεται παράξενη ή ακόμα και αδύνατη. Αν έχετε την ευκαιρία να κάνετε ένα διάλειμμα, όπως την είχα εγώ έχοντας πλήρη επίγνωση της καλής μου τύχης, είναι κάτι που συνιστώ ανεπιφύλακτα». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ