ΘΕΑΤΡΟ

Η θεατρική συμπρωτεύουσα

ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΓΙΑΤΑΚΗΣ

Σκηνή από την παράσταση του έργου «Πέερ Γκυντ», που ανέβηκε στο ΚΘΒΕ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Χένρικ Ιψεν
Πέερ Γκυντ
σκηνοθ.: Γιάννης Μαργαρίτης
θέατρο: ΚΘΒΕ

Μια εγχείρηση στο δεξί μου πόδι με κράτησε μερικές εβδομάδες μακριά από τη στήλη – και από τα θέατρα. Επίσης με κράτησε και μακριά από την Αθήνα. Να εξομολογηθώ το γιατί. Είμαι Σαλονικιός, και μάλιστα φανατικός. Παρόλο που έχω μείνει περισσότερο στην Αθήνα παρά στη Θεσσαλονίκη, αυτήν την πόλη την αγαπώ. Με όλη την ταλαιπωρία ενός πονεμένου ποδιού προτίμησα, λοιπόν, να ταξιδέψω βόρεια για μια εγχείρηση που θα με κρατούσε εβδομάδες στο κρεβάτι, γιατί έκρινα ότι οι Mακεδόνες γιατροί και όλο το νοσηλευτικό προσωπικό θα ήταν περισσότερο «ανθρώπινοι» παρά οι ενδεχομένως «καλύτεροι» στην Αθήνα. Επειτα από αρκετό καιρό στη γενέθλια πόλη, νομίζω πως έκρινα σωστά.

Η λεγόμενη συμπρωτεύουσα είχε και έχει –κατά διαστήματα– σημαντικό θέατρο. Πάνω απ’ όλα είναι, βέβαια, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με τις τέσσερις-πέντε σκηνές του. Ασφαλώς το ΚΘΒΕ το χαρακτηρίζει ο εκάστοτε καλλιτεχνικός του διευθυντής και οι ικανότητες που διαθέτει. Αυτή την περίοδο δοκιμάζεται ένας νέος διευθυντής, ο Γιάννης Βούρος, ο οποίος στους λίγους μήνες που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη δείχνει να τα πηγαίνει καλά – παρ’ όλες τις άγριες οικονομικές περικοπές που ασκήθηκαν στον προϋπολογισμό του από την Αθήνα. Τώρα, το ΚΘΒΕ αυτή την περίοδο δείχνει να ανθεί – τουλάχιστον με τον αριθμό παραστάσεων που φιλοξενεί.

Περιμένοντας το «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τενεσί Ουίλιαμς στις αρχές Φεβρουαρίου, έναν Αρθουρ Μίλερ («Το τίμημα») την άλλη εβδομάδα και μια «Τρελοβγενιώ» της Κανιατί Ινές, οι αίθουσες γεμίζουν «Με μουσικές εξαίσιες... με φωνές!..», μια παράσταση που διαφημίζεται ως «Μια μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης», που έγραψε ο Λάμπρος Λιάβας, χορογράφησε και σκηνοθέτησε η Σοφία Σπυράτου και πρωταγωνιστεί η... αειθαλής – Σαλονικιά– Ζωζώ Σαπουντζάκη.

Υπάρχουν κι ένα σωρό άλλες παραστάσεις, πάντως η πλέον φιλόδοξη και πολυπρόσωπη παράσταση της στιγμής είναι ένας «Πέερ Γκυντ» του Χένρικ Ιψεν· σε μια μέτρια, πεζή μετάφραση του Γιώργου Ξενία (ο Ιψεν το έγραψε σε στίχο). Ο σκηνοθέτης Γιάννης Μαργαρίτης κατόρθωσε να βάλει σε κάποια τάξη ένα πραγματικά ανοικονόμητο, πεντάπρακτο  έργο – ανάμεσα στο όνειρο και στον εφιάλτη. Σημαντικό μεν, αλλά με επαναλαμβανόμενες «κοιλιές», τις οποίες πάντως φρόντισε να συμμαζέψει επιτυχώς ο σκηνοθέτης του.

Ενα πρωτοποριακό, πάντως, έργο όχι μόνο για την εποχή του αλλά και σήμερα, που διηγείται τις ανά τον κόσμο περιπλανήσεις ενός νεαρού Νορβηγού τυχοδιώκτη, ο οποίος θέλει να γίνει «αυτοκράτορας όλου του κόσμου», κάνει μεγάλη περιουσία πουλώντας σκλάβους από την Αφρική στην Αμερική και επενδύοντας μέρος από τα κέρδη του υποστηρίζοντας τους Τούρκους εναντίον των Ελλήνων στην Επανάσταση του ’21.

Για πρώτη φορά

Είναι η πρώτη φορά που ο «Πέερ Γκυντ» ανεβαίνει στο ΚΘΒΕ. Είχε πάντως φιλοξενηθεί εδώ μία παράσταση του Μπερλίνερ Ανσάμπλ σε σκηνοθεσία του Πέτερ Τσάντεκ στο πλαίσιο του 11ου Ευρωπαϊκού Θεάτρου, πριν από επτά χρόνια, αλλά τότε την είδαν λίγοι. Διατηρώντας τη μισή λευκή αυλαία του μπρεχτικού θεάτρου, με τον κακόγουστα ντυμένο –από τον Δημήτρη Κακριδά– Νίκο Νικολάου στον ρόλο ενός αφηγητή -διευθυντή σκηνής, ο οποίος συνέδεε μ’ επιτυχία το παραλογισμένο χάος του Ιψεν με την υπερκινητική Χρυσάνθη Δούζη ως μητέρα του ήρωα και τη νευροσπαστική κινησιολογία ενός Μπομπ Ουίλσον, ο Γ. Μαργαρίτης επέτυχε να δώσει στο στατικό, κυρίως αφηγηματικό, κείμενο μια σβελτάδα η οποία ταίριαζε βέβαια περισσότερο με τους ρυθμούς της σημερινής εποχής. Ο συνθέτης Δημήτρης Οικονομάκης δεν είναι βέβαια κανένας Εντουάρντ Γκριγκ, όμως η μουσική του ακούγεται ευχάριστα, αν και δύσκολα τη συγκρατεί κάποιος στη μνήμη του. Και η περισσότερο επιμέλεια κίνησης παρά χορογραφία της Αμάλια Μπένετ είναι στρωτή δίχως ιδιαίτερες εξάρσεις.

Ξαναγυρίζω στην αρχή αυτού του άρθρου. Η εγχείρηση στο πόδι μ’ εμποδίζει προς το παρόν στις μετακινήσεις μου. Ετσι αναγκάστηκα να δω μια μαγνητοσκοπημένη παράσταση του «Πέερ Γκυντ», πράγμα που κανονικά δεν θα ’πρεπε – ακόμα και στην τεχνολογική εποχή μας. Ελπίζω πάντως γρήγορα να επανέλθω στον προηγούμενο εαυτό μου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ