ΒΙΒΛΙΟ

Απόσταγμα κοινής πορείας

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

Ντέιβιντ Πλαντ
«Ο αγνός εραστής»
Εκδόσεις «Εστία»,
μετάφραση, σημειώσεις,
επίμετρο: Ηλίας Μαγκλίνης σελ. 157

«Αγάπη μου, ζω την απουσία σου, αρνούμαι τη ζωή μου, στην οποία η άρνηση κάθε σκέψης και αισθήματος αφήνει ελεύθερο έναν χώρο που παραείναι καθαρός για να μπορέσω να τον ορίσω».

Και, λίγες γραμμές παρακάτω: «Χαλάρωσε, λέω στον εαυτό μου, άσε ελεύθερα όλα όσα νιώθεις, αφέσου στη θλίψη και, ω, άφησε αυτή τη θλίψη να απλωθεί, να απλωθεί κι άλλο, να με ξεπεράσει, έτσι που να πάψει αυτή η θλίψη να είναι δική μου».

O Aμερικανός συγγραφέας Ντέιβιντ Πλαντ γράφει για τον επί σαράντα χρόνια Ελληνα σύντροφό του Νίκο Στάγκο. Ποιητής και επιμελητής εκδόσεων σε δύο από τους σημαντικότερους οίκους του Λονδίνου (αρχικά στον Penguin, στη συνέχεια για λογαριασμό του Thames & Hudson), ο Νίκος Στάγκος συγκαταλεγόταν μέχρι τέλους (πέθανε το 2004 από καρκίνο) στις επιφανείς προσωπικότητες της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής ζωής του Λονδίνου.

Ο «Αγνός εραστής», που κυκλοφορεί εδώ και λίγες ημέρες από την «Εστία» σε μετάφραση και επιμέλεια του Ηλία Μαγκλίνη, είναι το χρονικό μιας πολύχρονης ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε δύο άντρες που αφήνουν τις πατρίδες τους και χτίζουν την κοινή τους ζωή στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’60. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι το χρονικό του πένθους του Πλαντ όταν μένει μόνος, αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Ναι, υπάρχουν πολλά σπαρακτικά σημεία σε αυτό το βιβλίο, όταν ο πόνος της απώλειας και ο κυκεώνας των αναμνήσεων ποτίζουν το έδαφος της θλίψης.

Ομως με τον τρόπο που επιλέγει ο Ντέιβιντ Πλαντ να ξετυλίξει το άτυπο ημερολόγιο της ζωής του συντρόφου του και στη συνέχεια του κοινού τους βίου, ο αναγνώστης αφήνεται και παρασύρεται σε πολλούς και διαφορετικούς κόσμους. Ο πιο ιδιωτικός παρουσιάζει τη μεγαλύτερη φόρτιση και είναι φυσικό. Αλλά το ίδιο συναρπαστικές και χυμώδεις αποδεικνύονται και οι άλλες, λιγότερο φλογερές πτυχές της ζωής τους, καθώς παρακολουθούμε έναν νεανικό έρωτα να εξελίσσεται σε σχέση ζωής.

Από τη στιγμή που ο Στάγκος εγκαθίσταται στο Λονδίνο, καλλιεργεί μια πολύ ιδιωτική σχέση με την πατρίδα του. Θα έρχεται τα καλοκαίρια (με τον Πλαντ διατηρούν σπίτι στην Πάρο), αλλά θα μείνει αποτραβηγμένος από τους καλλιτεχνικούς κύκλους της Αθήνας. Αυτός είναι ένας λόγος που το όνομά του δεν ήταν πολύ γνωστό στην Ελλάδα. Ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι συνέβαινε στο Λονδίνο. «Στη δουλειά του ήταν απίστευτα σχολαστικός, αλλά όλη του η ευαισθησία και η προσοχή πήγαιναν στους συγγραφείς με τους οποίους συνεργαζόταν, όχι στον εκδοτικό οίκο. Δεν είχα πρόβλημα με αυτό, διότι ήξερα ότι έκανε τρομερή δουλειά. Ηταν κοινωνικός, είχε μια αμεσότητα στον λόγο του και ενίοτε μπορούσε να γίνει προκλητικός», αφηγείται στον Ηλία Μαγκλίνη ο ιδιοκτήτης του Thames & Hudson, Τόμας Νιούαρθ.

Στα αδιαμφισβήτητα προτερήματα του βιβλίου (όπως το επισημαίνει και ο Ηλίας Μαγκλίνης), η αριστοτεχνική ισορροπία του Πλαντ, που όντας πολύ προσωπικός, ούτε αγιοποιεί ούτε συναισθηματολογεί.

Θραύσματα ζωής που περνάνε από μπροστά μας, ανάλαφρα και αιώνια, σαν το αεράκι ένα τυχαίο απομεσήμερο καλοκαιριού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ