ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Εθελοντική εργασία στο μακρινό Νεπάλ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΟΥ

Τα παιδιά πρωινό δεν παίρνουν, εξηγεί η Αριάνα (δεξιά), τρώνε μόνο ρύζι με ντάαλ. Είναι κάτι σαν κάρι με λαχανικά. Το μεσημέρι, πάλι το ίδιο. Κρέας, μόνο σε ορισμένες γιορτές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Λειτουργώντας πέρα από τα ελληνικά στερεότυπα, οι γονείς της 17χρονης Αριάνας Καλλιγά -Ουαλλή μητέρα, Ελληνας πατέρας- επέλεξαν να μην της στερήσουν την ευκαιρία να βιώσει την εμπειρία της προσφοράς εθελοντικής εργασίας σε ένα μακρινό μέρος όταν το ζήτησε. Και εκείνη τους ανταπέδωσε την εμπιστοσύνη που της έδειξαν, διεκπεραιώνοντας άψογα την αποστολή της: άρτι αφιχθείσα από Νεπάλ, η Αριάνα μιλάει για το δεκαπενθήμερο που πέρασε ως εθελόντρια σε ένα ορφανοτροφείο του Κατμαντού.

«Μου αρέσει να ταξιδεύω, να γνωρίζω ανθρώπους, να μαθαίνω. Από τον Φεβρουάριο έψαχνα να βρω το κατάλληλο πρόγραμμα εθελοντισμού. Συζητώντας με τη μητέρα μου, καταλήξαμε στο Νεπάλ, που βρήκα στο www.ifre.org. Υπήρχαν διάφορες επιλογές: εθελοντική εργασία σε ορφανοτροφείο, διδασκαλία αγγλικών σε βουδιστικό μοναστήρι, φωτο-δημοσιογραφία. Επέλεξα το πρώτο. Επικοινώνησα με την οργάνωση, ζήτησα συμπληρωματικές πληροφορίες. Λίγες μέρες αργότερα, παρέλαβα έναν φάκελο με όλο το ενημερωτικό υλικό. Η τιμή, προσιτή: για διαμονή και φαγητό δύο εβδομάδων, 340 ευρώ. Τα εισιτήρια έξτρα. Γύρω στα 600. Οταν έμαθα, όμως, ότι από αυτά τα χρήματα στο ορφανοτροφείο καταλήγουν μόνο τα 40 ευρώ, θα προτιμούσα να είχα πάει χωρίς τη μεσολάβηση της οργάνωσης».

Χαράματα. Το αεροπλάνο προσγειώνεται στο αεροδρόμιο του Κατμαντού, ύστερα από εξάωρη πτήση. Οι εντυπωσιακές εικόνες από τις βουνοκορφές, νωπές ακόμη στο μυαλό της Αριάνας. Η ώρα περνάει, το βαν της εθελοντικής οργάνωσης που θα την παραλάμβανε... άφαντο, ενώ οι αποσκευές της προσελκύουν μαϊμουδάκια. «Οταν, τελικά, ήρθαν να με παραλάβουν, είδα ότι στο φορτηγάκι δεν υπήρχαν διακριτικά της οργάνωσης. Πανικοβλήθηκα. “Τώρα θα με απαγάγουν!”, σκέφτηκα μπαίνοντας. Φοβισμένη, φτάνω στο hostel, όπου θα έμενα την πρώτη μέρα. Ανακουφίστηκα όταν είδα και άλλους εθελοντές. “Και εγώ νόμιζα ότι με απήγαγαν!”, μου εκμυστηρεύεται μία Αμερικανίδα. Καθησυχάζω τους δικούς μου με e-mail και ξεκινώ την εξερεύνηση της πόλης παρέα με τρεις εθελοντές από την Κίνα. Χρόνος υπήρχε. Παίρνουμε ταξί. Μεγάλο τζιπ, σαν φορτηγάκι. Οι θέσεις, μόνο τέσσερις. Οι επιβάτες, καμιά δεκαριά, καθισμένοι ο ένας επάνω στον άλλον. Στάσεις, δεν υπήρχαν - έπρεπε να φωνάξεις. «Ράτνα Παρκ», έλεγα - εκεί όπου είναι το Θαμέλ, τουριστικό μέρος, όπως το Μοναστηράκι. Πολύχρωμο αλλά βρώμικο. Πράσινο τσάι και κασμιρένιες πασμίνες παντού. Επισκεφθήκαμε ναούς, τον Κήπο των Ονείρων. Ενα πανέμορφο μέρος, μακριά από το βουητό της πόλης. Στο ορφανοτροφείο μάς πήγαν το επόμενο πρωί. Μισή ώρα έξω από την πόλη, στο Ναράνταν».

«Welcome, sister!» την αιφνιδιάζουν τα 21 παιδιά του ορφανοτροφείου στην υποδοχή. Ηλικίες 5-16 χρονών. «Στη συνέχεια, έμαθα ότι τα σχολικά βιβλία είναι γραμμένα, εκτός από τη μητρική τους, και στην αγγλική», αναφέρει. Η χαρά των μικρών τέτοια, ώστε έμειναν κοντά της για ώρες: «Απανωτές ερωτήσεις και οι κούπες με το πράσινο τσάι να διαδέχονται η μία την άλλη», καταγράφει τις πρώτες εντυπώσεις η κοπέλα.

Τι περιελάμβανε μία τυπική μέρα στο ορφανοτροφείο; «Εγερση στις 6.00. Μαγείρεμα, καθαριότητα και βοήθεια στη μελέτη των παιδιών. Διαβάζουν 7 με 9 το πρωί, πριν από το μάθημα. Το πρωί τρώνε μόνο ρύζι με ντάαλ (κάτι σαν κάρι με λαχανικά). Το μεσημέρι, ξανά. Κρέας, μόνο σε ορισμένες γιορτές. Ελεύθερο χρόνο είχαμε καθημερινά από τις 9 έως τις 3, όταν τα παιδιά ήταν σχολείο. Είχα μία λίστα με ενδιαφέροντα μέρη. Αγαπημένο μου, το Πασουπάτιναθ. Ναός σε υπέροχη τοποθεσία, ασύλληπτη θέα». Η ευκαιρία να κάνουν πράγματα που δεν θα έκαναν αλλιώς είναι εκείνο που απολαμβάνουν τα παιδιά περισσότερο με τους εθελοντές: «Πήγαμε σινεμά, βόλτα στο εθνικό πάρκο του Ναράνταν. Τους έφτιαξα μακαρόνια, κρέπες. Δεν είχαν φάει ποτέ! Την τελευταία μέρα, ήρθαν όλα με ζωγραφιές. Ηταν πολύ συγκινητική στιγμή. Αγκαλιές. Τα μεγαλύτερα μου κατέβασαν τις βαλίτσες. Φεύγοντας, έκλαψα. Μου λείπουν η Αλίσα, η Μάντζου, ο Ούτζαλ...».

Συμπαραστάτες οι γονείς της

Η Αριάνα Καλλιγά, μαθήτρια στο IB Diploma Programme των εκπαιδευτηρίων Κωστέα - Γείτονα, φιλοδοξεί να ασχοληθεί με την τέχνη. Οι γονείς της έχουν εμφυσήσει την αγάπη για τα ταξίδια και την πολύτιμη γνώση που αποκομίζει κανείς από αυτά.

«Πέρσι, παρακολούθησα πρόγραμμα Ιστορίας Τέχνης στην Οξφόρδη για δύο εβδομάδες. Το προηγούμενο Πάσχα, πήγα μόνη στην Κωνσταντινούπολη, όπου συμμετείχα σε συνέδριο στο Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών. Είχα ενημερωθεί σχετικά από το Ιντερνετ. Εστειλα την εισήγησή μου επάνω στη φιλοσοφία του σουρεαλισμού, την έκαναν δεκτή και με κάλεσαν». Η διάθεση της κοπέλας για προσφορά εθελοντικής εργασίας ανά τον κόσμο ευτυχώς βρήκε τους γονείς της συμπαραστάτες: «Πιστεύουν ότι ένας νέος πρέπει να ζήσει πράγματα. Με βοηθούν να βρούμε κάτι ασφαλές και οργανωμένο. Το περασμένο καλοκαίρι, πήγα σε ένα μικρό χωριό στα βουνά της Ισπανίας, το Αldeaduero, κοντά στα σύνορα με Πορτογαλία. Σε αντάλλαγμα για τη διαμονή και τη διατροφή, δίδασκα αγγλικά σε συνομήλικούς μου, σε μία κατασκήνωση». Γιατί, όμως, η πλειονότητα των Ελλήνων γονέων δεν υποστηρίζει ανάλογες επιθυμίες των παιδιών; Σύμφωνα με την Αριάνα, «υπάρχει ένας μόνιμος φόβος για όλα. “Πρόσεχε αυτό, πρόσεχε εκείνο”. Βάζοντας όμως τον φόβο μπροστά σε όλα, τότε τα εμποδίζεις να πραγματοποιηθούν. Αντίθετα, όσο περισσότερο εκτίθεσαι σε καταστάσεις τόσο πιο άνετα μαθαίνεις να τις αντιμετωπίζεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ