ΠΟΛΗ

Το τέλμα της φαντασίας στην Ομόνοια

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η πλατεία Ομονοίας στα μέσα της δεκαετίας του 1960, με το σιντριβάνι, τις επιγραφές και το νέο τοπίο της ευημερίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν υπάρχει ένα και μόνο σημείο στο οποίο συγκλίνουν οι γνώμες των Αθηναίων, είναι η πλατεία Ομονοίας και η απωθητική εικόνα της. Πραγματικό επίτευγμα συναίνεσης, αλλά διόλου αξιοπερίεργο, καθώς η Ομόνοια έχει αναδειχθεί σε σύμβολο της εθνικής παρακμής με όλα τα συστατικά και παράγωγά της: αβελτηρία, απουσία οράματος, ατολμία, ακαλαισθησία, ανομία και εν τέλει αντι-αθηναϊσμός. Ο νεολογισμός βρίσκει έκφραση και δόξα στην ιστορική πλατεία, που εδώ και 15 χρόνια αποτελεί διεθνές μνημείο ατυχούς παρέμβασης σε ιστορικό πυρήνα αστικού κέντρου. Η διεθνής πρωτοτυπία, όμως, είναι ότι παρά το γεγονός ότι όλοι, δημοσίως ή ιδιωτικά, συμφωνούν πως η τελευταία διαμόρφωση της πλατείας Ομονοίας είναι ό,τι χειρότερο έχει σχεδιαστεί ποτέ στην Αθήνα, εν τούτοις δεν κινείται τίποτε. Μετά και την απόσυρση του Rethink Athens, με το οποίο είχε συνδεθεί μία βελτίωση της πλατείας, γεγονός που εξυπηρετούσε γενικώς, η ευθύνη για το μέλλον της ιστορικής πλατείας έχει επιστρέψει σε μία φανταστική πλατφόρμα διαλόγου, χωρίς, όμως, συνομιλητές.

Μόνιμη εικόνα παρακμής

Η Ομόνοια συντηρείται σε μία φορμόλη και μία κάψουλα στατικού χρόνου, διαιωνίζοντας την εικόνα παρακμής που διαχέει το ιστορικό κέντρο. Προσπάθεια, μηδέν. Σκέψη, ούτε ψήγμα. Πρωτοβουλία, απούσα. Σαν σαπιοκάραβο χωρίς πυξίδα, η πλατεία Ομονοίας λιμνάζει σε ένα τέλμα αθηναϊκής παρακμής. Ο αντίλογος αναρωτιέται τι θα μπορούσε πραγματικά να αλλάξει με την όποια αισθητική και λειτουργική αναγέννηση της Ομόνοιας, όταν έχει διαρραγεί ο κοινωνικός ιστός, έχουν πληγεί επιχειρήσεις, έχει νεκρώσει η τουριστική κίνηση και έχει επικρατήσει το καθεστώς ανασφάλειας για τους πολίτες.

Η ιστορία του αστικού πολιτισμού μας δείχνει ότι οι παρεμβάσεις που αλλάζουν το ύφος μιας περιοχής λειτουργούν συσπειρωτικά, πολλαπλασιαστικά, σαν μικροί ή μεγάλοι αντιδραστήρες που μεταβάλλουν την κλίμακα, την προσδοκία, το ψυχολογικό κλίμα και τη διάθεση συμμετοχής σε μία «περίπτωση επιτυχίας». Αλλωστε, η αλλαγή της Ομόνοιας εξυπακούεται ότι προβιβάζεται στον δημόσιο διάλογο ως μία εξωστρεφής συνέργεια, κορωνίδα πολλαπλών δράσεων που θα μπορούσαν να στεγάζονται κάτω από την ομπρέλα «Αθήνα 2025». Ως στόχος, για μία ρεαλιστική προσέγγιση δεκαετίας που θα ζητούσε συμμετοχή των πολιτών, των ομάδων, των επιστημόνων. Περισσότερο θα ήταν ένας μανδύας πίστης και αισιοδοξίας για την Αθήνα του αύριο, που, παρά τις σοβαρές αντιξοότητες, είναι εν τέλει η πόλη που θα κληθούμε να παραδώσουμε στην αμέσως επόμενη γενιά.

Το σιντριβάνι που υπήρχε έως τα πρόσφατα χρόνια στην πλατεία Ομονοίας είχε εγκατασταθεί το 1959 ως σύμβολο της νέας Αθήνας, όταν η χώρα ήταν πρωτοπόρος σε ρυθμούς ανάπτυξης για πολλά χρόνια. Το σιντριβάνι, ως τμήμα του σχεδιασμού που είχε εκπονήσει ο γλύπτης Γιώργος Ζογγολόπουλος, είχε επιτύχει να δημιουργήσει ένα αστικό ορόσημο και υπερτοπικό σημείο αναφοράς χρησιμοποιώντας δύο στοιχεία, το νερό και την κίνηση μέσα σε ένα παιχνίδι γεωμετρικών σχημάτων, τα οποία οροθετούνταν στον αφαιρετικό αλλά και πυκνό τάπητα της χλόης. Θα προσέθετα και την ευεργετική επίδραση του ήχου του αναβλύζοντος ύδατος, που δημιουργεί συνθήκες υπέρβασης. Η λύση αυτή εκείνης της εποχής είχε όλα όσα δεν έχει η δική μας εποχή: τόλμη, καλαισθησία, πίστη στο αύριο, συνεργασία με άξιους δημιουργούς. Αν εγκαινιάζαμε στην Αθήνα (και αλλού) τον θεσμό του δημοψηφίσματος για θέματα δημοσίου χώρου και αστικού πολιτισμού, το σιντριβάνι της Ομόνοιας –με την προοπτική της επαναφοράς του– είναι πολύ πιθανόν ότι θα συγκέντρωνε χιλιάδες ψήφους ως μία επιλογή με πολλά πλεονεκτήματα. Η συνεργασία του Ιδρύματος Ζογγολόπουλου θα εξασφάλιζε ένα μίνιμουμ καλαισθησίας και εγκυρότητας.

«Η συμφιλίωση»

Αλλά πέραν αυτού, το σιντριβάνι επιδρά, στην παρούσα φάση, συμφιλιωτικά. Ερχεται από μία Αθήνα φωτεινή και «ηλιόλουστη», με τη δύναμη της εποχής εκείνης που κατασκεύαζε το μέλλον. Και εγκαθίσταται ως μία υπόσχεση για το μέλλον, σε μία Αθήνα οικονομικά εξουθενωμένη και ψυχικά εξαντλημένη. Κάθε φορά που βλέπω μία φωτογραφία της Ομόνοιας με το σιντριβάνι της αναρτημένη στα κοινωνικά δίκτυα, μετρώ από κάτω τις εκφράσεις θαυμασμού και νοσταλγίας. Υπάρχει μία ανάγκη αποτίναξης της σημερινής εικόνας, ανάγκη που υπερβαίνει την αισθητική και λειτουργική αποτυχία της πλατείας και αγγίζει κάτι πολύ πιο βαθύ και εν τέλει, πολύ πιο προσωπικό.

Η νέα Ομόνοια δεν έχει περιθώριο για μία ακόμη αποτυχία ή για ένα ακόμη σχέδιο που θα διχάσει και θα παρασύρει σε ατελείωτα χρονοδιαγράμματα, επιτροπές και γραφειοκρατία. Η νέα Ομόνοια υπάρχει, ήδη, στο μυαλό πολλών.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη