ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Θηλιά για τις ελληνικές επιχειρήσεις οι υψηλές εργοδοτικές εισφορές

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σχεδόν 70% περισσότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και τουλάχιστον 20 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τη Γερμανία πληρώνει ένας Ελληνας επιχειρηματίας τη μισθωτή εργασία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένας μισθωτός με μεικτές αποδοχές (και όλες τις εισφορές και φόρους που επιβαρύνουν την εργασία του) της τάξης των 2.400 ευρώ να λαμβάνει τελικά στο χέρι 1.080 ευρώ. Τα υπόλοιπα 1.320 είναι το λεγόμενο μη μισθολογικό κόστος, το οποίο όχι μόνο είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη, αλλά έχει και τη χαμηλότερη δυνατή ανταποδοτικότητα.

Υψηλότερες από την Ελλάδα ασφαλιστικές εισφορές ως ποσοστό των μισθών έχουν μόνο 3 χώρες στον ΟΟΣΑ. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Ινστιτούτο Μελετών της ΓΣΕΒΕΕ, κι εκεί καταλαμβάνουμε την πρωτιά, αν προστεθούν επιπλέον επιβαρύνσεις, ειδικά προς τους ελεύθερους επαγγελματίες, όπως:

1) Οι εισφορές προς τον κύριο οργανισμό ασφάλισης, οι οποίες υπολογίζονται με βάση τα έτη δραστηριότητας και όχι τις οικονομικές επιδόσεις, και είναι υψηλές (η ελάχιστη είναι 450 ευρώ ανά 2μηνο).

2) Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης που υπολογίζεται στο τέλος εκκαθάρισης της φορολογίας.

3) Το τέλος επιτηδεύματος, το οποίο επίσης υπολογίζεται κατά κεφαλήν και κατά κατάστημα, δίχως να λαμβάνει υπόψη την κερδοφορία της επιχείρησης.
Αναζήτηση νέων πόρων

Σε αυτόν τον εισφορο...πρωταθλητισμό, το υπουργείο Εργασίας αναζητεί εναγωνίως νέους πόρους χρηματοδότησης των Ταμείων, προκειμένου να περιοριστούν οι ούτως ή άλλως σχεδιαζόμενες μειώσεις συντάξεων.

Στο κάδρο προστέθηκε εσχάτως και το ενδεχόμενο αύξησης των εισφορών για τις επικουρικές συντάξεις, μετά τις μεγάλες και έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε η πρόταση του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου για συγχώνευση της κύριας με την επικουρική σύνταξη.

Οι θεσμοί είναι αντίθετοι με κάθε ενδεχόμενο αύξησης του μη μισθολογικού κόστους, καθώς, εκτός από τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, μια πιθανή αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει αντικίνητρα στους εργοδότες για την πρόσληψη νέων εργαζομένων και στους εργαζόμενους για την προσφορά εργασίας. Το αποτέλεσμα, όπως επισημαίνει και ο ΣΕΒ, θα είναι να διογκωθεί η αδήλωτη εργασία και η αυτοαπασχόληση σε μια προσπάθεια να μειωθεί το εργατικό κόστος για τις επιχειρήσεις και να αυξηθεί το καθαρό εισόδημα για τους εργαζομένους. Το θύμα θα είναι, σε αυτή την περίπτωση, η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, καθώς μειώνονται οι ασφαλιστικές εισφορές και αυξάνονται οι ανασφάλιστοι και οι άνεργοι.

Να σημειωθεί, βέβαια, ότι η μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 3,9 μονάδες από 1η Ιουλίου του 2014, χωρίς καμία πρόβλεψη για την υποκατάσταση των εσόδων του ΙΚΑ, αποδείχθηκε εγκληματική για τα οικονομικά του μεγαλύτερου ασφαλιστικού οργανισμού, που αναμένεται να αποτελέσει και τη βάση για τον ενιαίο ασφαλιστικό πυλώνα, καθώς έγινε χωρίς κάποια μελέτη και, κυρίως, γιατί δεν υπήρξε πρόβλεψη για υποκατάσταση των διαφυγόντων εσόδων προς το Ταμείο. Εκτιμάται ότι συνολικά, το έτος, το ΙΚΑ χάνει 1 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα να διευρύνεται το έλλειμμα του Ταμείου.

Σύμφωνα ωστόσο με τον ΣΕΒ, η μείωση των εισφορών το 2014 ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδήγησαν την οικονομία σε ανάκαμψη. Το ΑΕΠ αυξήθηκε 1,4% το β΄ εξάμηνο του 2014, με αντίστοιχη βελτίωση της απασχόληση κατά 1,6% αλλά και των πραγματικών μισθών κατά 2,4% και 4,1% το 3ο και 4ο τρίμηνο του 2014 αντίστοιχα. Σήμερα, που η απειλή της ύφεσης και της φοροκαταιγίδας πλανάται εκ νέου πάνω από τη χώρα, ο ΣΕΒ εκτιμά πως μια αύξηση στις ασφαλιστικές εισφορές θα τιμωρήσει όσους δεν απέλυσαν και δεν μείωσαν μισθούς και θα καταδικάσει σε θάνατο χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που κατάφεραν να επιβιώσουν.

Εισπραξιμότητα

Στην ύστατη προσπάθεια περιορισμού των μειώσεων στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, στην οποία αποδύονται στο υπουργείο Εργασίας, προτάσσουν πλέον και την ανάγκη αύξησης της εισπραξιμότητας των ασφαλιστικών εισφορών και τη μείωση των δαπανών λειτουργίας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Μιλώντας στην «Κ», ο υφυπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων Τάσος Πετρόπουλος επιβεβαιώνει ότι στον πυρήνα της κυβερνητικής προσπάθειας βρίσκεται η αύξηση της εισπραξιμότητας των ασφαλιστικών εισφορών μέσα από στοχευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης της εισφοροδιαφυγής και εισφοροαποφυγής. Μεταξύ των πολιτικών που εξετάζονται, είναι η αντιμετώπιση της ανασφάλιστης - αδήλωτης εργασίας καθώς και της πλημμελώς ασφαλισμένης εργασίας, με συνολική αναβάθμιση του σημερινού θεσμικού πλαισίου και της λειτουργίας των ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς εκτιμάται ότι ετησίως χάνονται περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από εισφορές.

Ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης επισημαίνουν ότι εάν η μείωση των εισφορών το 2014 είχε συνδυαστεί με κίνητρα προς τις συνεπείς στην καταβολή των εισφορών επιχειρήσεις ή αν είχε εφαρμοστεί παράλληλα με τη διατήρηση ή και την αύξηση των θέσεων εργασίας, το αποτέλεσμα θα ήταν θετικό και για το ΙΚΑ. Παράλληλα, σημειώνουν ότι παρότι ο στόχος αύξησης της εισπραξιμότητας των εισφορών στο 85% που ήταν το 2008 στα ασφαλιστικά ταμεία πριν από την κρίση φαντάζει ανεδαφικός, μπορεί να υπάρξει αύξηση και μάλιστα σημαντική, καθώς σήμερα έχει πέσει και κάτω από το 50% σε ορισμένα Ταμεία.

Εντός της εβδομάδας η απόφαση για τις περικοπές

Κλειδώνει εντός της ερχόμενης εβδομάδας το μείγμα περικοπών - εισφορών που απαιτείται προκειμένου η ασφαλιστική μεταρρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση να οδηγεί σε ένα δημοσιονομικά και αναλογιστικά βιώσιμο σύστημα. Τα πολλαπλά μηνύματα από τους εκπροσώπους των θεσμών όλες τις προηγούμενες ημέρες δεν ήταν ενθαρρυντικά. Το ασφαλιστικό παραμένει προαπαιτούμενο για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης και πρέπει να κατατεθεί στη Βουλή εντός του χρονοδιαγράμματος, ήτοι το αργότερο μέσα στο δεύτερο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, προκειμένου να ψηφιστεί μέχρι το τέλος του μήνα. Παράλληλα, μια σειρά από βασικές επιλογές της ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας, ήτοι η εθνική σύνταξη χωρίς εισοδηματικά κριτήρια και ποσοστά αναπλήρωσης ανάλογα με το ύψος του μισθού, φαίνεται πως προκαλούν τριγμούς. Η τύχη της πρότασης αναμένεται να κριθεί στο τελικό ποσοστό αναπλήρωσης που θα επιλέξει η κυβέρνηση, με στόχο τη σημαντική μείωση της μελλοντικής συνταξιοδοτικής δαπάνης και κυρίως της επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού για την πληρωμή των συντάξεων τα επόμενα 20 με 30 χρόνια. Ενστάσεις έχουν εκφραστεί από τους δανειστές και αναφορικά με την πιθανή αύξηση των βασικών συντάξεων στον ΟΓΑ, στο πλαίσιο ένταξης των αγροτών στον ενιαίο εθνικό φορέα κύριων συντάξεων.Το όλο εγχείρημα δυσκολεύει καθώς στο υπουργείο Εργασίας επιδιώκουν τον περιορισμό των επερχόμενων μειώσεων στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, κύριες και επικουρικές, μέσω της αύξησης των εισφορών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ