ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι ονειρεμένες πόλεις εμπεριέχουν πάντοτε τη νεότητα, «πριν οι επιθυμίες γίνουν αναμνήσεις», γράφει ο Ιταλο Καλβίνο στις «Αόρατες πόλεις» του. Πριν οι κάτοικοί τους χαθούν, πριν τα δημιουργήματά τους καταστραφούν, πριν λησμονηθεί ακόμη και η θέση τους στον χάρτη. «Ο,τι θυμάμαι υπάρχει και ό,τι ξεχνώ πεθαίνει», σημειώνει ο διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, καθηγητής Νίκος Σταμπολίδης στο εισαγωγικό του σημείωμα για την έκθεση «Κρήτη: Αναδυόμενες πόλεις Απτερα - Ελεύθερνα - Κνωσός» που πρόκειται να εγκαινιαστεί σε λίγες ημέρες.


Κάποια από τα ευρήματα μόλις έχουν βγει από το θησαυροφυλάκιο του μουσείου και «περιμένουν» την τοποθέτησή τους στην προθήκη.

Περπατάμε δίπλα του φωτογραφίζοντας, ακούγοντας και σημειώνοντας όσα διηγείται γι’ αυτή τη νέα προσπάθεια του μουσείου να «συνομιλήσει» με το παρελθόν. Αν εξαιρέσουμε τους ειδικούς –αρχαιολόγους, συντηρητές και τεχνικούς– που εργάζονται για το στήσιμο, είμαστε οι πρώτοι επισκέπτες της έκθεσης. Και αυτό έχει μια ξεχωριστή σημασία για εμάς, μια διαφορετική συγκίνηση. Αλλωστε, όπως ποιητικά αναφέρει ο Νίκος Σταμπολίδης, είμαστε οι πρώτοι από τους νέους «κατοίκους» αυτών των τριών λησμονημένων πόλεων, οι πρώτοι από εκείνους που θα περπατήσουν ανάμεσα στις προθήκες με τα εκθέματα και θα ξαναζωντανέψουν με το βλέμμα τους την Ιστορία. Είναι σαν να βαδίζουμε ένα πρωινό ανάμεσα στα ερείπια, και ακόμη περισσότερο –χάρη στον τρόπο που έχει στηθεί η έκθεση– είναι σαν να στεκόμαστε δίπλα στο σκάμμα της ανασκαφής τη στιγμή που ένα πολύτιμο εύρημα έρχεται στην επιφάνεια. Ενα ακέραιο κομμάτι ανάμνησης.

Περίπου 500 αρχαιότητες κάθε είδους από τις τρεις πρωτεύουσες της ομηρικής «Εκατόμπολης» Κρήτης παρουσιάζονται στις 6 αίθουσες του εκθεσιακού χώρου: παλιά ευρήματα που για πρώτη φορά βγαίνουν από τις αποθήκες των μουσείων και άλλα νεότατα, που πρόσφατα αποκαλύφθηκαν. Κάποια από αυτά έχουν επάνω τους ακόμη λίγο από το χώμα που τα σκέπαζε μέσα στη γη, ως επιπλέον στοιχείο της ταυτότητάς τους. Τα αντικείμενα μπαίνουν στις προθήκες σε επίπεδα –στρωματογραφημένα σύμφωνα με την ορολογία των ειδικών–, με τη σειρά που βρίσκονται στην ανασκαφή: πιο χαμηλά τοποθετούνται τα παλαιότερα και ανεβαίνοντας παρουσιάζονται τα πιο πρόσφατα. Κι άλλες φορές, σε μια βιτρίνα παρεισφρέει το τυχαίο. Ετσι τα «φύλλα» του χρόνου ανακατεύονται με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει στην ανασκαφή, όταν κάποιες αρχαιότητες αναδύονται διάσπαρτα.


Για τις τρεις αρχαίες πόλεις της Κρήτης που ξαναζωντανεύουν, μας μιλά ο διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, καθηγητής Ν. Σταμπολίδης.

Ο τρόπος και ο σκοπός

Η αρχική ιδέα της δημιουργίας, καθώς και ο τρόπος που υλοποιείται η έκθεση για την Απτερα, την Ελεύθερνα και την Κνωσό, είναι σαφέστατοι, τεκμηριωμένοι με ενάργεια και επιστημονική γνώση. Σκοπός της είναι η αναβίωση τριών σπουδαίων αρχαίων πόλεων που η εγκατάλειψη τις βύθισε στη λήθη. Σε αντίθεση με τα Χανιά, ή την Αθήνα, σε αυτές δεν έχουμε το παλίμψηστο που δημιουργεί η συνεχής κατοίκηση. Οι πόλεις παρήκμασαν, καταστράφηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, και τίποτε δεν απέμεινε από εκείνες, εκτός ίσως από το όνομά τους συχνά παραφθαρμένο. Αυτός είναι και ο λόγος που οι αρχαιότητες ξεκινούν σε κάθε πόλη με μια πινακίδα γραμμένη σε Γραμμική Β –όπου υπάρχει– με το όνομά της, ως αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς της. Επίσης, στην εισαγωγική αίθουσα τοποθετούνται οι χάρτες και τα αναγεννησιακά βιβλία ανοιγμένα στις σελίδες της χαρτογραφημένης απόδοσης των τριών πόλεων.


Προθήκη στην αίθουσα της Απτέρας με ευρήματα που ανακαλύφθηκαν σε τάφους της ρωμαϊκής περιόδου.

Τον αρχικό λόγο, λοιπόν, σε αυτό το νοερό ταξίδι στον χρόνο έχουν οι χαρτογράφοι και οι περιηγητές, οι ιστοριοδίφες και οι φυσιοδίφες, οι πρώτοι από τους «νοσταλγούς» σύμφωνα με τον καθηγητή Σταμπολίδη. Αμέσως μετά παίρνουν τη σκυτάλη οι αρχαιολόγοι, οι εργάτες, οι τεχνίτες, οι φοιτητές, όλοι εκείνοι που εργάζονται στις ανασκαφές, «τα “χέρια” της αγάπης των ανθρώπων» που με το ενδιαφέρον τους συμβάλλουν στην ανασύσταση του παρελθόντος. Οι αρχαιότητες από κάθε πόλη, τοποθετημένες σε ανασκαφικά σύνολα ή μεμονωμένα, φανερώνουν τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα, τις θρησκευτικές αντιλήψεις τα ιερά και τα νεκροταφεία τους. Τέλος, ανάμεσα σε όλα αυτά, ένα ή περισσότερα κομμάτια δημιουργούν μια μικρή ενότητα που «ακουμπά» σε ένα πρόσωπο μετατρέποντας τον ξένο και μακρινό, σε δικό μας άνθρωπο. Η προσωπική του ιστορία, τόσο παλιά και ταυτόχρονα κοντινή, γεφυρώνει τον χρόνο, όπως το χρυσό ταφικό στολίδι, που αναπαριστά ως μικρό ελάφι τον νεαρό πολεμιστή από την Ελεύθερνα, θυμίζοντας έναν στίχο του Γιάννη Ρίτσου, «Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός, κι είχες τις χάρες όλες /... το πόδι ελαφροπάτητο σαν σαν τρυφερούλι ελάφι».

Πέρα, όμως, από την επιστημονική της αξία, πέρα από την αισθητική και εκπαιδευτική της σημασία, η συγκεκριμένη έκθεση αποτελεί ένα φόρο τιμής στην αρχαιολογία και στους αρχαιολόγους.


Οι συντηρητές του μουσείου κάνουν την ανάρτηση και τη στήριξη των αρχαιοτήτων με υποδείξεις των αρχαιολόγων.

Φόρος τιμής

«Σε όλους τους αρχαιολόγους», διευκρινίζει ο Νίκος Σταμπολίδης, «από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, αλλά και στους μελλοντικούς. Σε εκείνους, όμως, που καταλαβαίνουν. Που κοιτούν και βλέπουν πίσω από τα πράγματα την ψυχή των ανθρώπων που τα δημιούργησαν, την ιστορία των ιδεών. Σε εκείνους που σκέφτονται το παρελθόν ως μεγάλο δάσκαλο του παρόντος και του μέλλοντος, και έχουν την ευαισθησία να ξεφυλλίζουν με ευγένεια τα επάλληλα στρώματα του χρόνου».

Αλλωστε, η έκθεση μπόρεσε να υλοποιηθεί, και μάλιστα σε χρόνο-άθλο για το μέγεθος και το περιεχόμενό της χάρη στην υποστήριξη πολλών αρχαιολόγων που εμπιστεύθηκαν στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης σπάνιο και πολύτιμο υλικό. Tρεις Εφορείες Αρχαιοτήτων (Χανίων, Ρεθύμνου, Ηρακλείου) εμπλέκονται οργανωτικά στην έκθεση, δύο αρχαιολογικά μουσεία (Αρχαίας Ελεύθερνας και Ηρακλείου), ένα πανεπιστήμιο (Κρήτης – Κέντρο Μελέτης ΜαΕ), καθώς και Ιδρύματα που δάνεισαν έργα τους (το Ιδρυμα Σύλβιας Ιωάννου, το Μουσείο Μπενάκη και η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη).


Ακολουθώντας τη μουσειολογική - μουσειογραφική μελέτη που έχει εκπονηθεί από τους αρχαιολόγους, τα αντικείμενα τοποθετούνται στις προθήκες.

Τη σύνεση και το μεράκι τους μπορεί να απολαύσει ο επισκέπτης, την κοινή τους προσπάθεια. Μία ακόμη πράξη αγάπης σε μία έκθεση που εκκινώντας από τη Νεολιθική Εποχή, 9.000 χρόνια μακρύτερα από το παρόν, διασχίζει την αχλύ του μύθου και της Ιστορίας για να μιλήσει τελικά τον τρόπο που οι σύγχρονοι άνθρωποι «διαβάζουμε» τη ζωή κάτω από τη σκόνη του χρόνου.

​​Η έκθεση «Κρήτη. Αναδυόμενες πόλεις: Απτερα, Ελεύθερνα, Κνωσός» εγκαινιάζεται στις 12/12 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Διαρκεί ώς 30/4/19

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ