ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Κυνοφαγία, ερωτική… ισχύς και Μουντιάλ

Τι τρώει ένας ηλικιωμένος Νοτιοκορεάτης (ας τον πούμε Κιμ ή Λι, μέσα θα πέσουμε) για να πάρει δυνάμεις και να τονώσει τη σεξουαλική ζωή του; «Ποσιντάνγκ», είναι η απάντηση. Πρόκειται περί εδέσματος που εισήλθε στην τοπική κουζίνα πριν από χιλιάδες χρόνια, όπως αποδεικνύεται από αρχαιολογικα ευρήματα, και παραμένει αρκετά δημοφιλές ώστε να συντηρεί περί τα 6.000 «εξειδικευμένα» εστιατόρια σε μία χώρα 46 εκατομμυρίων κατοίκων. Κι αν κάποιος ανυποψίαστος τουρίστας που βολτάρει στα στενά της Σεούλ μπει στον πειρασμό να δοκιμάσει «ποσιντάνγκ», σίγουρα θα αλλάξει γνώμη όταν ανοίξει το λεξικό του και διαπιστώσει ότι η λέξη σημαίνει σούπα από σκύλο. Το πιο πιθανό δε είναι να του κοπεί η όρεξη για τις επόμενες ημέρες όταν πληροφορηθεί ότι τα ζώα θανατώνονται στην καλύτερη περίπτωση με ηλεκτροπληξία και, στη χειρότερη, με μπαστουνιές, ώστε το κρέας τους να μαλακώσει.

Τούτο δεν σημαίνει ότι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου είναι εκ προοιμίου καταδικασμένος στην ασιατική χώρα με τις ακραίες (έως εμετικές) γαστριμαργικές προτιμήσεις. Απλώς, κατά τη λογική του μέσου Κορεάτη, ο κατοικίδιος σκύλος είναι διαφορετικός από αυτόν που εκτρέφεται -υπό άθλιες συνθήκες, μέσα σε βρωμερά κλουβιά- για να γίνει πικάντικη σούπα. Η Ιστορία πάντως έχει αποδείξει ότι σε πολύ δύσκολους καιρούς, τα… προνομιούχα τετράποδα της πρώτης κατηγορίας μπορούν κάλλιστα να περάσουν εν μία νυκτί στη δεύτερη. Δεν είναι τυχαίο ότι η κυνοφαγία έκανε θραύση την περίοδο του κορεατικού πολέμου, ως λύση ανάγκης για εκατομμύρια ανθρώπους αρκετά πεινασμένους ώστε να μην έχουν την πολυτέλεια της φιλοζωίας.

Στις κατοπινές δεκαετίες της οικονομικής ανάπτυξης οι σκύλοι συνέχισαν να θυσιάζονται στον βωμό του μάρκετινγκ, που προέβαλε είτε τη θρεπτική τους αξία είτε τις δήθεν τονωτικές ιδιότητες ουσίας που παρασκευάζεται από τα υπολείμματά τους και ονομάζεται «καεσοζού» (ακόμη μία λέξη την οποία πρέπει να προσέχουν οι τουρίστες). Η απεχθής αυτή πρακτική μάλιστα απέκτησε και… ιδεολογικό έρεισμα, καθώς πολλοί νεαροί Κορεάτες θεωρούν ότι τρώγοντας σκύλους «αντιστέκονται στον γευστικό ιμπεριαλισμό της Δύσης»(!)

Εξυπακούεται ότι η Νότιος Κορέα έχει γίνει στόχος διεθνούς κατακραυγής ουκ ολίγες φορές εξ αιτίας της προτιμήσεώς της προς το σκυλίσιο κρέας (τέταρτο δημοφιλέστερο μετά το χοιρινό, το μοσχάρι και το κοτόπουλο). Το 1988, εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ, τα εστιατόρια που σέρβιραν το επίμαχο βραστό έκλεισαν -προσωρινώς- ενώ τρία χρόνια αργότερα η κατανάλωση σκύλων και γατιών τέθηκε εκτός νόμου. Η παράδοση όμως υπερίσχυσε και ο νόμος έμεινε κενό γράμμα. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, τρία εκατομμυρία σκύλοι θανατώνονται ετησίως προκειμένου να παραχθούν 8.500 τόννοι σούπας και 93.600 τόννοι τονωτικού -συγκριτικά, τα 85 ζώα και 260 γατιά που έχει αναλάβει υπό την προστασία της η βραχύβια Ενωση Προστασίας των Ζώων δεν μπορούν να θεωρούνται σημαντικό επίτευγμα. Ακόμη και όταν η διάσημη «μουτζαχεντίν» της φιλοζωίας Μπριζίτ Μπαρντό ανέλαβε εκστρατεία κατά της κυνοφαγίας δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Κάποιος οργισμένος βουλευτής, μάλιστα, της απάντησε σε επιστολή ότι «και οι Γάλλοι τρώνε άλογα και… σαλιγκάρια», χωρίς πάντως να διευκρινίζει γιατί ένα σαλιγκάρι είναι εξίσου σημαντικό με έναν σκύλο.

Τώρα ο καβγάς αναζοπυρώνεται με αφορμή τη συνδιοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 από τη Νότιο Κορέα και την Ιαπωνία. Ανταποκρινόμενη στην ευαισθησία χιλιάδων φιλάθλων απ’ όλον τον κόσμο η Παγκόσμια Ποδοσφαιρικη Ομοσπονδία ζήτησε με τον πλέον διπλωματικό τρόπο από τις Αρχές της χώρας «να αδράξουν την ευκαιρία για να δείξουν στον κόσμο την ευαισθησία τους», δίνοντας αμνηστία στους καταδικασμένους σκύλους. Φευ… Η διοργανώτρια Αρχή ουδεμία προθυμία έδειξε, απαντώντας ότι «άλλο είναι η μπάλα και άλλο η μάσα» (σε ελεύθερη μετάφραση). Κατόπιν αυτών, οι εστιάτορες δεν ανησυχούν και περιμένουν πώς και πώς την επόμενη «Ημέρα του Σκύλου», που εορτάζεται τρεις φορές τον χρόνο και, όπως φαντάζεσθε, δεν έχει καμία σχέση με την προστασία των τετράποδων…