ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Η εθνική μπάσκετ μονοπώλησε το ενδιαφέρον

Αν το 2005 αποτέλεσε τη χρονιά της επιστροφής της εθνικής ομάδας μπάσκετ στην κορυφή του ευρωπαϊκού μπάσκετ, το 2006 έδωσε την καταλληλότερη συνέχεια, με το επίτευγμα της κατάκτησης της δεύτερης θέσης στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα της Ιαπωνίας. Υψηλότερος βαθμός δυσκολίας για την πρωταθλήτρια Ευρώπης, αλλά και εξίσου ανάλογη ανταπόκριση από τους διεθνείς παίκτες, τον προπονητή τους, Παναγιώτη Γιαννάκη, και τους συνεργάτες του. Η εθνική ομάδα ήταν συνεπής και σ’ αυτό το ραντεβού της με το βάθρο των μεταλλίων, πιστοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι η νέα αρχή που έκανε το 2004, με την κατάκτηση της πέμπτης θέσης στους Ολυμπιακούς Αγώνες, μπορεί να έχει τη συνέχεια που αρμόζει στις δυνατότητες, τις προδιαγραφές και τη στόφα αυτής της φουρνιάς των παικτών, που δεν «χάθηκε» πριν προλάβει να αποδείξει τι πραγματικά αξίζει. Στη μακρινή χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, η ελληνική σημαία κυμάτισε στον δεύτερο ιστό και η εθνική ομάδα χάρισε στον ελληνικό αθλητισμό, το αξέχαστο μεσημέρι της νίκης επί των Ηνωμένων Πολιτειών, όταν οι πατέρες του μπάσκετ ηττήθηκαν και οι Ελληνες φίλαθλοι βγήκαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν.

Οπως το 2005, έτσι και το 2006, το μπάσκετ σ’ επίπεδο εθνικής ομάδας, μονοπώλησε το ενδιαφέρον και παράλληλα έδωσε πολύ ελληνικό χρώμα και σε ατομικό επίπεδο. Ο καλύτερος παίκτης του φάιναλ φορ της Ευρωλίγκας και μετέπειτα πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης του ευρωπαϊκού μπάσκετ ήταν Ελληνας και δεν είναι άλλος από τον Θοδωρή Παπαλουκά. Το ελληνικό μπάσκετ και η εθνική ομάδα, όμως, μπορούν να καμαρώνουν για το πρώτο συμβόλαιο Ελληνα παίκτη που υπογράφτηκε στο ΝΒΑ και δεν είναι άλλο απ’ αυτό του Βασίλη Σπανούλη, ο οποίος δίνει «μάχη» για να στεριώσει στους Ρόκετς και έχει κερδίσει -αν μη τι άλλο- τη συμπάθεια των φιλάθλων του Χιούστον. Στο 2006, η Εθνική συνέχισε το… υπερηχητικό ταξίδι της στον κόσμο, ύστερα από την «εκτόξευση» του 2005, οι διεθνείς παίκτες της συνεχίζουν να είναι οι καλύτεροι «κήρυκες» στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και η «βιτρίνα» εξακολουθεί να είναι πολύ αστραφτερή από την όψη ενός χρυσού και ενός ασημένιου μεταλλίου.

Θα μπορούσε η εθνική ομάδα να ήταν το ιδεατό προϊόν ενός ανταγωνιστικού, ελληνικού πρωταθλήματος, αλλά και το 2006 στην ταχύτητα του ενός (Παναθηναϊκού) δεν ακολούθησε ουδείς. Οι «πράσινοι» έκοψαν μ’ εξαιρετική άνεση το νήμα του τερματισμού, αλλά εκτός του παρκέ και παρά την έλλειψη ανταγωνιστικότητας, ήρθαν τα κρούσματα βίας στο ΣΕΦ και στο ΟΑΚΑ, που επέφεραν τιμωρίες για τους «αιώνιους» στην τρέχουσα περίοδο και τη φαρσοκωμωδία να μην πηγαίνουν οι νικητές να πανηγυρίσουν για να μην προκαλέσουν ακόμα και «αντίποινα»! Αγωνιστικά, ο Ολυμπιακός πλησίασε κατά μία νίκη τον Παναθηναϊκό, που νίκησε στα πέντε από τα έξι ντέρμπι (πρωτάθλημα, πλέι οφ, Κύπελλο), ενώ η επιστροφή του Αρη στην Ευρωλίγκα, μέσω της 3ης θέσης του πρωταθλήματος που κατέκτησε με μειονέκτημα έδρας, σήμανε και το «ξύπνημα» του άλλοτε «αυτοκράτορα», ύστερα από 15 ολόκληρα χρόνια.

Η συμμετοχή στο φάιναλ φορ της Ευρωλίγκας για τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό «χάθηκε» από δύο άστοχα τρίποντα του Αλβέρτη και του Παπαμακάριου, αλλά ο αποκλεισμός ήταν οδυνηρότερος για τους «πράσινους», επειδή έπαιξαν το τελευταίο «χαρτί» τους στο κατάμεστο ΟΑΚΑ, στο οποίο τέσσερις φορές έκαναν ρεκόρ εισιτηρίων.

Το 2007 «γεννάται» με δύο μεγάλες προσδοκίες για το ελληνικό μπάσκετ. Η πρώτη είναι για την επόμενη πρόκληση της εθνικής ομάδας στο Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας και η δεύτερη για το φάιναλ φορ της Ευρωλίγκας, στην Αθήνα. Καλή η φιλοξενία της διοργάνωσης, αλλά το κίνητρο είναι να μείνει και ο τίτλος της νέας πρωταθλήτριας Ευρώπης στην Ελλάδα.