ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Αξίζουμε άραγε μια τόσο καλή Εθνική ομάδα;

Παραμονή του Δεκαπενταύγουστου είχε ξεκινήσει η προετοιμασία της Εθνικής ομάδας μπάσκετ για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της Πολωνίας και ενώ όλοι μιλούσαν για τις μεγάλες της απουσίες (τον Διαμαντίδη, τον Παπαλουκά, τον Τσαρτσαρή και τον Βασιλόπουλο) εγώ έγραφα εδώ ότι αυτή η ομάδα είναι ευλογημένη. Δεν πίστευα, βέβαια, ούτε εγώ ότι η ομάδα αυτή, (με επτά νέα πρόσωπα στην αποστολή σε σχέση με το προηγούμενο πανευρωπαϊκό όπου τερμάτισε τέταρτη), μπορούσε να πάει στην Πολωνία και να πάρει μετάλλιο: μακριά από μένα οι ψευτοπροφητείες. Ομως, όταν μετά το τέλος της δεύτερης φάσης προέκυψε η μάχη με τους Τούρκους, για να είμαι συνεπής με τα παιδικά μου αισθήματα, πήρα το αεροπλάνο και πήγα στην Πολωνία: έφυγα στις 4 τα χαράματα, παρέα με λίγους «Πελαργούς», τους τελευταίους του ιστορικού γκρουπ των υποστηρικτών της Εθνικής, που δεν βρίσκονταν ήδη εκεί. Ομολογώ ότι είναι μια από τις ελάχιστες παρορμητικές αποφάσεις που έχω πάρει στη ζωή μου και που αποδείχθηκαν τόσο σωστές: στο μουντό Κατοβίτσε, μια πόλη που τα απομεινάρια της σοβιετικής κατοχής την κάνουν να μοιάζει γκρίζα ακόμα κι όταν είναι ηλιόλουστη, έζησα μια σπάνια στιγμή εθνικής ανακούφισης. Ισως και ευτυχίας.

Η Εθνική μας ομάδα δεν είναι η καλύτερη στην Ευρώπη: οι Ισπανοί είναι υπέροχοι και δικαίως κερδίζουν τα πάντα. Δεν έχει επίσης στον πάγκο της μια ιδιοφυΐα όπως είναι ο σοφός Ντούσαν Ιβκοβιτς που οδήγησε τη νεανική Σερβία στον τελικό – ο Καζλάουσκας είναι ένας καλός ισορροπιστής. Οι παίκτες που την αποτελούν δεν έρχονται από τον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ, όπως συμβαίνει με τους Γάλλους, τους Τούρκους, τους Σλοβένους που είδαν την πλάτη της. Η Εθνική μας ομάδα αποτελείται από παλικάρια ικανά για το καλύτερο ή το χειρότερο την ώρα του ματς. Οι δύο νίκες της που την έστειλαν στο, για πολλούς ανέλπιστο, μετάλλιο (αυτή με την Τουρκία στον προημιτελικό της Παρασκευής και αυτή με τους Σλοβένους την Κυριακή) ήρθαν έπειτα από δύο επικά ματς που κρίθηκαν το πρώτο στην παράταση και το δεύτερο στον πόντο. Δεν ξέρω πώς κάποιος θα χαρακτήριζε τις νίκες αυτές: πιο πολύ και από την αίσθηση μιας δικαιοσύνης άφηναν κυρίως μιαν ανακούφιση. Ηταν νίκες καταπραϋντικές και συγχρόνως εξηγήσιμες: αγχώδεις, αλλά όχι αδικαιολόγητες. Νίκες γεμάτες θέληση: να ο σωστός ορισμός τους.

Πολλές φορές η Εθνική του μπάσκετ έκανε περήφανους τους μετανάστες με τις μεγάλες πορείες της. Στη Γερμανία, στον Καναδά, στην Αργεντινή κάποτε, χιλιάδες Ελληνες της διασποράς (οι πιο πολλοί ούτε καν ήξεραν μπάσκετ!) χάρηκαν τα κατορθώματα της ομάδας αυτής που τους έκανε περήφανους. Αυτή τη φορά από το Κατοβίτσε, η Εθνική μπάσκετ έστειλε εν μέσω προεκλογικής περιόδου ένα μήνυμα στην ίδια την Ελλάδα: θύμισε ότι υπάρχει μια Ελλάδα που, παρά τις ελλείψεις και τις δυσκολίες της, παρά τα αυτοκαταστροφικά της ένστικτα και τα λάθη της, μπορεί, αρκεί να το θέλει. Το μετάλλιο το κέρδισε μια ομάδα αθλητών που έχουν γνώση των δυνατοτήτων τους, δεν είναι ούτε υπερφίαλοι ούτε φοβητσιάρηδες αλλά αποφασισμένοι να τα καταφέρουν: με ό,τι έχουν και με ό,τι μπορούν να δώσουν.

Ζούμε μέρες προεκλογικών συνθημάτων. Το σύνθημα το πραγματικό το δίνει η διάκριση αυτής της ομάδας της οποίας το μνημόσυνο είχαν κάνει διάφοροι ειδήμονες πριν τη δουν να παλεύει. Οταν την είδαν της έσφιξαν απλά το χέρι. Στο αεροπλάνο της επιστροφής, αμήχανος, αναρωτιόμουν αν αξίζουμε μια τόσο καλή ομάδα…